Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα BADIOU. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα BADIOU. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Η θεωρία συνόλων ως υπόδειγμα για την επιθυμία και τον νόμο

 
 
 
 
Το σημείο εκκίνησής μου μάλλον θα σας φανεί απομακρυσμένο απ’ το θέμα μας. Θα ξεκινήσω λοιπόν μ’ έναν λογικό αστεϊσμό. Ας υποθέσουμε ότι έχετε μια μεγάλη πιατέλα που συνήθως είναι γεμάτη νόστιμα φρούτα — μήλα, αχλάδια, φράουλες, δαμάσκηνα … Όπως αντιλαμβάνεστε, μια τέτοια πιατέλα διεγείρει την επιθυμία σας. Μία μέρα, όμως, χωρίς κανένας να ξέρει γιατί και πώς, το περιεχόμενό της αλλάζει εντελώς: δίπλα στα μήλα, στ’ αχλάδια, στις φράουλες και στα δαμάσκηνα, υπάρχει ένα αποκρουστικό συνονθύλευμα από χαλίκια, σαλιγκάρια, σβώλους λάσπης, ψόφια βατράχια και γαϊδουράγκαθα. Τώρα, όπως καταλαβαίνετε, νιώθετε την παρόρμηση να βάλετε σε τάξη το περιεχόμενο τής πιατέλας· με άλλα λόγια, να ξεχωρίσετε τα καλά απ’ τα αηδιαστικά αντικείμενα. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζετε είναι πρόβλημα ταξινόμησης. Έτσι λοιπόν αρχίζει το ανέκδοτό μου. Και το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: ποια ακριβώς είναι τα σωστά μέρη τού περιεχομένου μετά από τη μεταμόρφωση που σας περιέγραψα;
 
Ας θεωρήσουμε το περιεχόμενο ως καθαρό σύνολο. Τα στοιχεία τού συνόλου, ό,τι δηλαδή περιέχει η πιατέλα, είναι βεβαίως τα μήλα, οι φράουλες, τα γαϊδουράγκαθα, οι σβώλοι και τα ψόφια βατράχια. Καμιά αντίρρηση επ’ αυτού. Αλλά ποια είναι τα μέρη ή, αν προτιμάτε, τα υποσύνολα τού συνόλου των περιεχομένων τής πιατέλας; Από τη μια μεριά, έχετε τα μέρη με καθορισμένο όνομα. Πάρτε, για παράδειγμα, το μέρος που περιέχει όλες τις φράουλες: πρόκειται για ένα διακριτό υποσύνολο τής πιατέλας. Μπορείτε επίσης να πάρετε ως υποσύνολο όλα τα ψόφια βατράχια. Αυτό είναι μεν ένα απαίσιο μέρος, αλλά δεν παύει να αποτελεί υποσύνολο τού αρχικού συνόλου, και μάλιστα υποσύνολο με καθορισμένο όνομα. Μπορείτε ομοίως να πάρετε ένα μεγαλύτερο, γενικότερο υποσύνολο, όπως, λόγου χάριν, αυτό που περιέχει όλα τα φρούτα. Και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ένα υποσύνολο με καθορισμένο όνομα. Μπορούμε έτσι να πούμε ότι, από πλευράς γλώσσας, αυτού τού είδους τα υποσύνολα συνδέονται μ’ ένα ευκρινές κατηγόρημα· πρόκειται, αν θέλετε, για κατηγορικά υποσύνολα. Από την άλλη, όμως, μεριά, θα βρείτε και κάποιες ιδιόρρυθμες πολλαπλότητες. Τι μπορούμε να πούμε για ένα υποσύνολο που έχει ως στοιχεία του δύο μήλα, τρία γαϊδουράγκαθα και τρεις σβώλους ξερής λάσπης; Είναι προφανώς μέρος τού περιεχομένου τής πιατέλας. Αλλά, είναι εξίσου προφανές ότι είναι ένα ανώνυμο υποσύνολο, ένα μέρος χωρίς καθορισμένο όνομα. Όταν πρόκειται για τέτοιου είδους υποσύνολα ή συστατικά μέρη, μπορείτε βεβαίως να κάνετε μια λίστα με τα στοιχεία που τους ανήκουν, να πείτε δηλαδή ότι εδώ υπάρχει αυτό κι αυτό κι αυτό. Αλλά για αυτά τα υποσύνολα δεν μπορείτε να βρείτε ένα συνθετικό όνομα. Το μόνο που διαθέτετε είναι μια απαρίθμηση των στοιχείων τους. Μπορούμε να πούμε ότι, σε τέτοιες καταστάσεις, όταν έχετε να κάνετε με τέτοιου είδους υποδιαιρέσεις, ένας νόμος — ό,τι γενικά ονομάζουμε «νόμο» — θα συνιστά προδιαγραφή μιας λογικής και αναμενόμενης τάξης. Θα ταυτίζεται με την απόφαση να δεχτούμε ως πράγματι υπαρκτά ορισμένα υποσύνολα τού υπό εξέταση τμήματος τής συλλογικής ζωής. Βέβαια, η πιο απλή λύση είναι να γίνουν δεκτά αποκλειστικά και μόνον τα υποσύνολα με καθορισμένο όνομα (φράουλες, αχλάδια, φρούτα, γαϊδουράγκαθα, λάσπη) και να απαγορευθούν τα υποσύνολα χωρίς όνομα, για παράδειγμα, ο συνδυασμός από μήλα, γαϊδουράγκαθα και ψόφια βατράχια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο νόμος καθορίζει βεβαίως πάντοτε ό,τι επιτρέπεται και ό,τι απαγορεύεται, αλλά, επίσης, και ό,τι υπάρχει έχοντας λάβει συγκεκριμένο όνομα — ό,τι δηλαδή είναι φυσιολογικό — σε αντιδιαστολή προς οτιδήποτε δεν κατονομάζεται και συνεπώς δεν υπάρχει πραγματικά, σε αντιδιαστολή δηλαδή προς κάθε μη φυσιολογικό ή μη κανονικό υποσύνολο τής πρακτικής ολότητας. Είναι πολύ σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι, σε τελική ανάλυση, ο νόμος αποτελεί πάντοτε απόφαση ύπαρξης.
 
Το πρόβλημα προέρχεται από το γεγονός ότι, στο πλαίσιο τής νομικής θεώρησης, ένα συγκεκριμένο υποσύνολο τής συλλογικής ολότητας θα στερείται, εκ των πραγμάτων, ύπαρξης. Το ζήτημα επομένως τού νόμου δεν εξαντλείται στα πλαίσια τής κλασσικής δικαιοφιλοσοφικής του αντιμετώπισης, αλλά προσλαμβάνει και οντολογικές διαστάσεις. Πρόκειται για ερώτημα ύπαρξης. Μιλώντας όπως ο Φουκό, θα λέγαμε ότι, σε τελική ανάλυση, άπτεται τής σχέσης που συνδέει τις λέξεις με τα πράγματα: με άλλα λόγια, στο πεδίο τού νόμου αναγνωρίζεται μόνον η ύπαρξη εκείνων των αντικειμένων που ανταποκρίνονται σε μια σαφή περιγραφή. Τώρα όμως το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί και από την οπτική τής επιθυμίας. Μπορούμε να δηλώσουμε ανεπιφύλακτα ότι η επιθυμία είναι πάντα επιθυμία για κάτι, κατά κάποιο τρόπο, ανύπαρκτο από πλευράς νόμου. Είναι η αναζήτηση ενός πράγματος επέκεινα τής κανονικότητας τού νόμου. Το πραγματικό της αντικείμενο είναι πάντοτε κάτι που μοιάζει μ’ ένα μήλο, που είναι συνάμα και γαϊδουράγκαθο — η επιθυμία ενός τέρατος. Και γιατί αυτό; Επειδή η επιθυμία συνίσταται, μέσω και πέραν τής κανονικότητας, στην κατάφαση τής καθαρής ενικότητας.
 
Υπάρχει ένα πολύ απλό μαθηματικό παράδειγμα που περιγράφει αυτή τη σύνδεση επιθυμίας και νόμου ως σχέση μεταξύ διαφόρων μορφών ύπαρξης. Υιοθετώντας την οπτική τής θεωρίας των συνόλων — μιας θεωρίας που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη τής καθαρής πολλαπλότητας — ας εξετάσουμε ένα οποιοδήποτε σύνολο, μια εντελώς τυχαία πολλαπλότητα. Είναι άξιο προσοχής ότι με βάση το αρχικό σύνολο αναφοράς και με τη χρήση ορισμένων τεχνικών μέσων μπορεί να δοθεί τυπική μορφή στην έννοια ενός υποσυνόλου με συγκεκριμένο όνομα. Στο πλαίσιο επομένως τής μαθηματικής θεωρίας των συνόλων διαθέτουμε μια πιθανή τυποποίηση τού προβλήματος τής σχέσης ανάμεσα στην ύπαρξη και την απόδοση ενός ονόματος. Πιο συγκεκριμένα, το να έχει ένα υποσύνολο συγκεκριμένο όνομα σημαίνει ότι μπορεί να δοθεί ένας σαφής τύπος ορισμού για το υποσύνολο αυτό. Υπεύθυνος για την επινόηση αυτή είναι ο ο Κουρτ Γκέντελ, ο σημαντικότερος επιστήμονας τής λογικής τού 20ού αιώνα. Ο Γκέντελ χαρακτήρισε αυτού τού είδους τα υποσύνολα «κατασκευάσιμα». Ένα υποσύνολο ενός συνόλου ονομάζεται «κατασκευάσιμο», όταν το εν λόγω υποσύνολο ανταποκρίνεται σε μια σαφή περιγραφή. Χρησιμοποιούμε συνήθως τον όρο «κατασκευάσιμο σύνολο» για να αναφερθούμε σ’ ένα κατασκευάσιμο υποσύνολο ενός άλλου συνόλου.
 
Κατ’ αυτόν τον τρόπο μάς παρέχεται η δυνατότητα να εφαρμόσουμε εκείνο που θα χαρακτήριζα ως «ανώτατο ή θεμελιώδη νόμο» — με άλλα λόγια, έναν νόμο των νόμων ή, αν προτιμάτε, έναν νόμον για το τι σημαίνει πραγματικά η δυνατότητα ύπαρξης ενός νόμου. Στα μαθηματικά έχουμε, λοιπόν, ένα παράδειγμα νόμου αυτού τού είδους, που δεν αφορά μόνο τα αντικείμενα ή τα υποκείμενα, αλλά και τους ίδιους τους νόμους. Ο ανώτατος αυτός νόμος παίρνει τη μορφή ενός πολύ απλού αξιώματος. Το αξίωμα αυτό, το οποίο ονομάζεται «αξίωμα τής κατασκευασιμότητας», μας λέει ότι κάθε σύνολο είναι κατασκευάσιμο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια απόφαση που έχει ως αντικείμενο την ίδια την ύπαρξη: κρίνοντας ότι τα μόνα σύνολα που υπάρχουν είναι αυτά που μπορούν να κατασκευαστούν, καταλήγουμε σε μια απλή διατύπωση που συνιστά συγχρόνως και απόφαση ύπαρξης. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον νόμο των νόμων, όλα τα σύνολα είναι κατασκευάσιμα. Εδώ παρουσιάζεται μια αληθινή δυνατότητα επιλογής. Μπορείτε, πράγματι, να αποφασίσετε ότι κάθε σύνολο μπορεί να κατασκευαστεί. Και για ποιο λόγο; Γιατί όλα τα μαθηματικά θεωρήματα που είναι αποδείξιμα στο πλαίσιο τής γενικής θεωρίας των συνόλων είναι αποδείξιμα και σε σχέση με τα κατασκευάσιμα σύνολα. Ό,τι επομένως αληθεύει στο ευρύτερο σύνολο αναφοράς των συνόλων θα αληθεύει και στο σύνολο αναφοράς που αποτελείται αποκλειστικά από τα κατασκευάσιμα σύνολα. Έχουμε έτσι τη δυνατότητα να αποφασίσουμε — και μάλιστα χωρίς καμία απώλεια, πράγμα που έχει μεγάλη σημασία όσον αφορά το γενικό ζήτημα τού νόμου — ότι όλα τα σύνολα είναι κατασκευάσιμα ή ακόμη ότι κάθε πολλαπλότητα διέπεται από τον νόμο: οτιδήποτε αληθεύει γενικά ισχύει επίσης και στην περίπτωση που περιορίσουμε την εφαρμογή του στα κατασκευάσιμα σύνολα. Πράγματι, κάνοντας την παραδοχή αυτή, δεν χάνουμε απολύτως τίποτα, δοθέντος ότι η εφαρμογή τού αξιώματος τής κατασκευασιμότητας κατ’ ουδέν μεταβάλλει το πεδίο τής αλήθειας. Επομένως, καταλήγουμε σε γενικές γραμμές στο συμπέρασμα ότι ο νόμος δεν αποτελεί περιορισμό τής ζωής και τής σκέψης· στο πλαίσιο τού νόμου η ελευθερία τής ζωής και η ελευθερία τής σκέψης είναι ένα και το αυτό. Το μαθηματικό μοντέλο που αντιστοιχεί στην ιδέα αυτή είναι ότι δεν αλλάζει τίποτα, αν δεχτούμε ότι όλα τα σύνολα είναι κατασκευάσιμα, αν δεχτούμε δηλαδή ότι αληθεύει η πρόταση ότι όλα τα υποσύνολα ενός οποιουδήποτε συνόλου είναι κατασκευάσιμα, πράγμα που σημαίνει ότι όλα τα υποσύνολά του έχουν σαφή ορισμό. Είναι έτσι γενικά εφικτή μια λογική ταξινόμηση όλων των υποσυνόλων — κατά κάποιον τρόπο, μια ταξινόμηση τής ίδιας τής κοινωνίας — χωρίς καμία απώλεια όσον αφορά την αλήθεια.
Θα ήθελα εδώ να επιστήσω την προσοχή σας σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο, σ’ ένα απλό γεγονός, στο ότι δηλαδή κανένας μαθηματικός δεν αποδέχεται στην πράξη το αξίωμα τής κατασκευασιμότητας. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι ένα σύστημα ή ένας κόσμος όπου τα πάντα είναι κατασκευάσιμα δεν είναι πράγματι έξοχος; Κι όμως το εντυπωσιακό αυτό σύστημα δεν διεγείρει τον πόθο ακόμα και τού πιο συντηρητικού μαθηματικού, διότι εκείνο που πραγματικά επιθυμεί ο μαθηματικός είναι να υπερβεί το αποκρυσταλλωμένο σύστημα τού ονομαστικού ορισμού και τής κατασκευασιμότητας. Η επιθυμία τού μαθηματικού είναι η επιθυμία ενός μαθηματικού τέρατος. Δεν παύει μεν να επιθυμεί τον νόμο — δύσκολα μπορεί κανείς να ασχοληθεί συστηματικά με τα μαθηματικά χωρίς να συμμορφώνεται σε κάποιον νόμο —, αλλά η επιθυμία εύρεσης ενός νέου μαθηματικού τέρατος βρίσκεται επέκεινα τού νόμου.
Στο σημείο αυτό συναντώνται τα σύγχρονα μαθηματικά με την κλασσική θεολογία. Γνωρίζετε βεβαίως το περίφημο απόσπασμα από την προς Ρωμαίους Επιστολή τού Αποστόλου Παύλου. Η άμεση σύνδεση νόμου και επιθυμίας εμφανίζεται με το όνομα τής αμαρτίας: «ἀλλὰ τὴν ἁμαρτίαν οὐκ ἔγνων εἰ μὴ διὰ νόμου, τήν τε γὰρ ἐπιθυμίαν οὐκ ᾔδειν εἰ μὴ ὁ νόμος ἔλεγεν· Οὐκ ἐπιθυμήσεις».[1] Η αμαρτία είναι εκείνη η διάσταση τής επιθυμίας που βρίσκει το αντικείμενό της μετά και πέρα από την επιταγή τού νόμου, πράγμα που τελικά σημαίνει ότι εκείνο που βρίσκει είναι το αντικείμενο χωρίς όνομα.
Το παράδειγμα των μαθηματικών είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό. Μετά τον Γκέντελ, μετά τον ορισμό των κατασκευάσιμων συνόλων και την απόρριψη τού αξιώματος τής κατασκευασιμότητας από την πλειοψηφία των μαθηματικών, το ερώτημα τής μαθηματικής επιθυμίας πήρε την εξής μορφή: πώς μπορούμε να εντοπίσουμε ένα μη κατασκευάσιμο σύνολο; Βλέπετε αμέσως ποιο είναι το πρόβλημα και τις τεράστιες πολιτικές του συνέπειες. Η δυσκολία είναι η εξής: πώς μπορούμε να βρούμε ένα μαθηματικό αντικείμενο χωρίς όνομα, χωρίς σαφή περιγραφή, χωρίς θέση στο σύστημα ταξινόμησης; Με άλλα λόγια, πώς μπορούμε να βρούμε ένα αντικείμενο με χαρακτηριστικά γνωρίσματα την ανωνυμία και την μη κατασκευασιμότητα; Στη δεκαετία τού εξήντα τού περασμένου αιώνα, ο Πολ Κοέν βρήκε μια σύνθετη και κομψή λύση στο πώς να ονομάσουμε ή να εντοπίσουμε ένα μη κατασκευάσιμο σύνολο, δηλαδή ένα σύνολο χωρίς όνομα, χωρίς συγκεκριμένο κατηγόρημα, χωρίς θέση στη μεγάλη κατηγορική ταξινόμηση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η επιθυμία πέτυχε μια μεγάλη νίκη εις βάρος τού νόμου και μάλιστα στο πεδίο των μαθηματικών, το κατεξοχήν πεδίο τής κυριαρχίας τού νόμου. Μαζί με τόσα άλλα, μαζί με τόσες άλλες νίκες αυτού τού είδους, αυτό συνέβη στη δεκαετία τού εξήντα. Ο Κοέν χρησιμοποίησε την εντυπωσιακή ονομασία «γενολογικά σύνολα» για να χαρακτηρίσει τα εν λόγω μη κατασκευάσιμα σύνολα. Η επινόηση αυτή θα πρέπει να συγκαταλεχθεί στις επαναστατικές δράσεις και επιτεύγματα τής δεκαετίας τού εξήντα.
Γνωρίζουμε ότι, για να περιγράψει την κατάσταση κατά την οποία το ανθρώπινο γένος τίθεται σε τροχιά αυτοχειραφέτησης, ο Μαρξ χρησιμοποιεί την έκφραση «γενολογική ανθρωπότητα»[2] και, επιπλέον, ότι «προλεταριάτο» είναι το όνομα που δίνει ο Μαρξ στην καταφατική μορφή τής δυνατότητας ύπαρξης τής γενολογικής αυτής ανθρωπότητας. Στον Μαρξ το γίγνεσθαι τής καθολικότητας τού ανθρώπινου είναι δηλώνεται με τον όρο «γενολογικό», ενώ η ιστορική αποστολή τού προλεταριάτου έγκειται στην αποκάλυψη τής γενολογικής μορφής τού ανθρώπινου είναι. Ο Μαρξ θεωρεί, επομένως, ότι η πολιτική αλήθεια βρίσκεται με το μέρος τής γενολογικότητας και ποτέ με το μέρος τής μερικότητας. Πρόκειται τυπικά για ζήτημα που αφορά την επιθυμία, τη δημιουργία ή την επίνοια και στο οποίο δεν εμπλέκονται καθόλου ο νόμος, η αναγκαιότητα ή η συντήρηση τής καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Για τον Κοέν, όπως άλλωστε και για τον Μαρξ, η καθαρή καθολικότητα των συνόλων ή τής πολλαπλότητας δεν πρέπει να αναζητηθεί στην ορθότητα τού ορισμού ή στην σαφήνεια τής περιγραφής, αλλά στη μη κατασκευασιμότητα. Η αλήθεια των συνόλων είναι συνεπώς γενολογική.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Antti Veilhate : Alain Badiou's Mistake

ALAIN BADIOU’S MISTAKE


TWO POSTULATES OF DIALECTIC MATERIALISM
 
ANTTI VEILAHTI
 
Abstract.
To accompany recent openings in category theory and phi-losophy, I discuss how Alain Badiou attempts to rephrase his dialecticphilosophy in topos-theoretic terms. Topos theory bridges the problemsemerging in set-theoretic language by a categorical approach that rein-scribes set-theoretic language in a categorical framework. Badiou’s owntopos-theoretic formalism, however, turns out to be confined only to alimited, set-theoretically bounded branch of locales. This results withhis mathematically reduced understanding of the ’postulate of materialism’ constitutive to his account. Badiou falsely assumes this postulate to be singular whereas topos theory reveals its two-sided naturewhose synthesis emerges only as a result of a (quasi-)split structure of truth. Badiou thus struggles with his own mathematical argument. Iaccomplish a correct version of his proof the sets defined over such a’transcendental algebra’form a (local) topos. Finally, I discuss thephilosophical implications Badiou’s mathematical inadequacies entail.
.
.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Alain Badiou: Η οντολογία είναι μαθηματικά


Πηγή: Lenin Reloaded


Η δική μου θέση είναι πως η αλλαγή δεν είναι στην πραγματικότητα στην πλευρά της οντολογικής πολλαπλότητας αλλά στην πλευρά της σχέσης ανάμεσα σε κάποια πολλαπλά. Έτσι, η αλλαγή είναι ένας σχεσιακός καθορισμός και όχι ένας καθαρά οντολογικός καθορισμός. Υπάρχουν σχέσεις ανάμεσα σε κάποια επίπεδα μόνο στον συγκεκριμένο κόσμο. Έτσι, η αλλαγή δεν είναι ιδιότητα του είναι ως τέτοιου. Καταλαβαίνετε, η αλλαγή δεν είναι το πεπρωμένο του είναι όπως φαίνεται στον Ηράκλειτο, αλλά μια προϋπόθεση του είναι όταν το είναι τοποποιείται, εγγράφεται, σε έναν συγκεκριμένο κόσμο και υπόκειται σε κάποιες σχέσεις με άλλα πολλαπλά. Η αλλαγή είναι μια συνέπεια της συμπαρουσίας κάποιων πολλαπλών στον ίδιο κόσμο, γιατί αν βρίσκονται στον ίδιο κόσμο έχουν σχέση μεταξύ τους, και το πεδίο των σχέσεων πρέπει να είναι ένα πεδίο αλλαγών. Μπορούμε να πούμε κάτι σαν το εξής: μαζί με τον Ηράκλειτο, ισχυρίζομαι πως το είναι ως είναι δεν είναι Ένα αλλά συνίσταται το ίδιο από πολλαπλότητες. Μπορώ να ισχυριστώ μαζί με τον Ηράκλειτο ότι το είναι είναι το ίδιο κάτι που αποτελείται από την πολλαπλότητα. Ενάντια στον Παρμενίδη, και ενάντια επίσης στον Αριστοτέλη, ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχει το Ένα. Αν το είναι αποτελείται από πολλαπλότητες, τότε δεν μπορούμε να εξαγάγουμε λογικά το Ένα ως τέτοιο. Συνεπώς το Ένα δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει ούτε ως μια μεγάλη ολότητα, όπως στον Παρμενίδη, ούτε ως διαχωρισμένο ον [όπως στον Αριστοτέλη].


Η πρώτη μου κίνηση είναι με την πλευρά του Ηράκλειτου. Είναι η άρνηση του Ενός ως μιας μεγάλης κλειστής ολότητας, είναι η άρνηση του Ενός ως ενός διαχωρισμένου όντος το οποίο δεν υπόκειται στην αλλαγή, και ούτω κάθε εξής. Κατόπιν, ισχυρίζομαι, μαζί με τον Παρμενίδη, πως το είναι το ίδιο δεν υπόκειται απαραίτητα στην αλλαγή. Η καθαρή πολλαπλότητα είναι κάτι το οποίο μπορούμε να σκεφτούμε χωρίς καμία αντίληψη της αλλαγής. Ο κόσμος του είναι ως είναι, ο κόσμος της οντολογίας, αποτελείται από πολλαπλότητα, αλλά ο κόσμος αυτός είναι ο ίδιος ακίνητος. Το ζήτημα είναι πως ένα πολλαπλό δεν μπορεί να ονομαστεί ως ένα άλλο πολλαπλό στο οντολογικό επίπεδο. Θα σας εξηγήσω γιατί σε λίγο, αλλά ένα πολλαπλό είναι απόλυτα διαφορετικό από ένα άλλο πολλαπλό. Αν η διαφορά είναι απόλυτη, τότε δεν μπορούμε να εξαγάγουμε λογικά τον μετασχηματισμό του πρώτου πολλαπλού σε ένα άλλο πολλαπλό.

Ο οντολογικός κόσμος συναπαρτίζεται από πολλαπλότητες οι οποίες έχουν τις σωστές τους ταυτότητες, και οι ταυτότητές τους δεν μπορούν να αλλάξουν στο φυσικό επίπεδο. Έτσι, συμφωνώ με τον Παρμενίδη ότι το είναι δεν κινείται. Αυτή είναι η γενική ιδέα. Υπάρχει κάτι από την ηρακλείτια θέση, κάτι από την παρμενίδιο θέση, και, εδώ που τα λέμε, τίποτε από τον Αριστοτέλη ή τον Καντ. Στην πραγματικότητα, ο Αριστοτέλης και ο Καντ είναι οι φιλοσοφικοί μου εχθροί [γέλια]. Εντάξει λοιπόν, πίστωσα κάτι στον Παρμενίδη, και πίστωσα κάτι και στον Ηράκλειτο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι διεκδικώ το είδος διαίρεσης που είδαμε στην αριστοτελική έννοια του Θεού, όπου υπάρχει ένα τμήμα του είναι το οποίο δεν υπόκειται σε αλλαγή και το οποίο είναι η αιτία όλων όσων υπάρχουν. Το δύσκολο ερώτημα είναι πώς μπορώ να σκεφτώ το πολλαπλό ως τέτοιο; Πώς μπορώ να έχω έλλογη πρόσβαση στον κόσμο της καθαρής πολλαπλότητας χωρίς αλλαγή; Στο κάτω-κάτω, μπορεί να έχει δίκαιο ο Καντ. Μπορεί να μπορώ να ισχυριστώ πως το είναι αποτελείται από πολλαπλότητα μέσω της καθαρής πίστης.

Η καθαρή μου υπόθεση είναι ότι το είναι της καθαρής δυνατότητας αποτελείται από πολλαπλότητα. Μπορούμε να συζητήσουμε αυτή την πρόταση, μπορούμε να ολοκληρώσουμε τον Καντ ισχυριζόμενοι ότι το είναι ως τέτοιο αποτελείται μάλλον από πολλαπλότητα. Αλλά δεν ξέρω, είναι μάλλον μια πίστη, είναι κάτι σαν υπόθεση. Η απάντησή μου στο ερώτημα πώς μπορώ να σκεφτώ το πολλαπλό ως τέτοιο, την καθαρή πολλαπλότητα, χωρίς κανένα ποιοτικό καθορισμό, χωρίς καμία αλλαγή, είναι ότι μπορώ να την γνωρίσω μέσα από τα μαθηματικά. Δεν είναι απλώς εφικτό, είναι επιστημονικά εφικτό. Η οντολογία μπορεί να αναχθεί στα μαθηματικά κάτω από την ιδέα ότι το είναι ως τέτοιο αποτελείται από καθαρή πολλαπλότητα.

Ιστορικά, το σημείο αυτό έγινε ξεκάθαρο στα τέλη του 19ου αιώνα με την επινόηση της θεωρίας συνόλων από τον Καντόρ. Λίγο μετά, όλα τα μαθηματικά εκτέθηκαν λίγο ως πολύ στη γλώσσα της θεωρίας συνόλων. Όλα τα μαθηματικά μπορούσαν να αναχθούν σε μια έννοια μέσα στη θεωρία συνόλων. Κατά κάποιο τρόπο, η θεωρία συνόλων έγινε η καθαρή θεωρία του πολλαπλού ως τέτοιου. Στο τέλος, μπορούμε να πούμε ότι όλα τα μαθηματικά ήταν η ιστορική ανάπτυξη της σκέψης της πολλαπλότητας.

Ο Κάντορ μας προσέφερε ένα νέο μέσο για να σκεφτούμε τα μαθηματικά ως σκέψη της πολλαπλότητας. Το συμπέρασμα είναι πολύ απλό: η οντολογία είναι μαθηματικά. Μπορούμε επιτέλους να καταλάβουμε μια πολύ αινιγματική ερώτηση: γιατί μας δίνουν τα μαθηματικά έναν τρόπο να κατανοήσουμε τους νόμους του κόσμου; ο Αϊνστάιν ισχυρίστηκε πως αυτό ήταν κάτι σαν θαύμα. Γιατί να μας επιτρέπει η ιδιοποίηση των μαθηματικών --τα οποία είναι καθαρή, αφηρημένη κατασκευή, είναι καθαρός λόγος τον οποίο δημιούργησαν οι Έλληνες χωρίς κανένα απτό σκοπό-- να αρχίσουμε να κατανοούμε τον ευρύτερο κόσμο; Γιατί να υπάρχει μια καθαρή και θαυματουργός σχέση ανάμεσα σ' αυτό το καθαρό δημιούργημα του ανθρώπινου νου [τα μαθηματικά] και την αντικειμενική πραγματικότητα του κόσμου; Αν τα μαθηματικά είναι στην πραγματικότητα η αληθινή σκέψη του είναι ως τέτοιου, τότε η ερώτηση αυτή δεν είναι στ' αλήθεια αινιγματική. Με τα μαθηματικά αποκτούμε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε το πραγματικό στον οντολογικό του καθορισμό.

Το είναι ως τέτοιο δεν είναι κάτι μυστηριώδες, κάτι κρυφό, κάτι το οποίο δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Το είναι ως τέτοιο αποτελείται από καθαρές πολλαπλότητες, οι οποίες μας αποκαλύπτονται από τα μαθηματικά. Στο οντολογικό επίπεδο μπορούμε να έχουμε μια πλήρη αντίθεση. Το είναι ως τέτοιο αποτελείται από πολλαπλότητες. Το Ένα δεν υπάρχει, και ο Θεός δεν υπάρχει. Μπορούμε να σκεφτούμε έλλογα για την καθαρή πολλαπλότητα μέσα από τα μαθηματικά ως αληθινή οντολογία. Όμως τα μαθηματικά είναι μια αναπτυσσόμενη οντολογία επειδή είναι επιστήμη, και η επιστήμη αναπτύσσεται. Το ζήτημα είναι ότι τελικά, η οντολογία δεν είναι φιλοσοφική περιοχή. Είναι επιστημονική περιοχή.

Πρέπει τώρα να εξετάσουμε το ερώτημα της αλλαγής, γιατί γνωρίζουμε ότι τα μαθηματικά δεν είναι επιστήμη της αλλαγής. Η φυσική δημιουργήθηκε με μαθηματικά μέσα αλλά και με κάτι άλλο, το οποίο είναι η εμπειρία. Στη φυσική, η εμπειρία είναι η ιδιοποίηση των μαθηματικών ως προς το ερώτημα της αλλαγής. Αλλά τα ίδια τα μαθηματικά δεν λένε τίποτε για την αλλαγή. Όλες οι ιδέες μας για την αλλαγή μας προτείνονται από την εμπειρία. Αν μελετήσεις τα μαθηματικά δεν θα βρεις κανένα τμήμα των μαθηματικών το οποίο να ισχυρίζεται ότι η πολλαπλότητα είναι κάτι που αλλάζει. Μπορούμε να έχουμε μαθηματική μηχανική, αλλά η μαθηματική μηχανική περιλαμβάνει κάποια εμπειρία. Είναι σαφές ότι το ερώτημα της αλλαγής δεν μπορεί να επιλυθεί μέσα στην ίδια την οντολογία. Το σημείο εκκίνησης είναι επίσης πολύ απλό: το ερώτημα της αλλαγής πρέπει να εξεταστεί μέσα από τη φυσική.

Τι είναι η φυσική; Η φυσική δεν είναι η μελέτη του είναι γενικώς. Η φυσική είναι η μελέτη του κόσμου. Είναι η μελέτη του κόσμου μας, του κόσμου που γνωρίζουμε. Αυτός ο κόσμος αποτελείται από γαλαξίες, πλανήτες, κινήσεις, βαρύτητα, και ούτω κάθε εξής. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η φυσική δεν είναι οντολογικής φύσης, διότι υπόκειται σε μια εμπειρία. Δεν γνωρίζουμε καθόλου αν ο κόσμος είναι ο κόσμος. Μπορούμε να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο. Αλλά στην αρχή, η ιδέα ήταν ότι ο πλανήτης μας είναι το κέντρο του κόσμου, και ότι όλα γύριζαν γύρω από αυτόν τον κόσμο. Μετά αυτό φάνηκε ότι δεν ίσχυε καθόλου, γιατί ανακαλύψαμε ότι είμαστε ένας μικρός πλανήτης στη γωνιά του σύμπαντος, χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο. Ξέρουμε ότι μπορούμε να βρούμε κι άλλους πλανήτες παντού και ξέρουμε ότι το σύμπαν απαρτίζεται από πολλούς γαλαξίες. Ξέρουμε επίσης ότι ο γαλαξίας μας δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο, βρίσκεται επίσης σε μια γωνιά του σύμπαντος, και ούτω κάθε εξής.

Έτσι, ένα τμήμα της φυσικής αρμόζει για τον κόσμο, και για τον κόσμο που είναι ο δικός μας κόσμος και η δική μας εμπειρία. Φυσικά έχουμε νέα μέσα για την εμπειρία μας σήμερα. Έχουμε νέες μηχανές για να εξερευνήσουμε το σύμπαν, και οι μηχανές αυτές προήλθαν από τη φυσική. Όλες οι μηχανές προήλθαν από τη νέα φυσική. Αλλά η απλή ιδέα είναι ότι όταν περνάμε από τα μαθηματικά στη φυσική περνάμε επίσης από μια μορφή αφηρημένης οικουμενικότητας προς την αναγκαιότητα της εμπειρίας ενός συγκεκριμένου κόσμου. Στο επίπεδο αυτής της εμπειρίας ενός συκεκριμένου κόσμου είναι που αποκτούμε την ανάγκη να σκεφτούμε την αλλαγή. Είναι πολύ ενδιαφέρον να δει κανείς την γέννεση της φυσικής στα κείμενα του Γαλιλαίου, του Νεύτωνα, και λοιπά. Μέσα στα κείμενα αυτά βρίσκουμε ένα πέρασμα προς τις νέες μορφές μαθηματικών, του ολοκληρωτικού [integral] και του διαφορικού [differential] λογισμού [calculus], και λοιπά. Η επινόηση της φυσικής είναι μια εξαιρετική υπόθεση.

Η οντολογία είναι η καθαρή σκέψη κάποιων πολλαπλοτήτων, είναι η πραγματική σκέψη μιας ατέρμονης πολλαπλότητας. Μετά από αυτήν, υπάρχει η φυσική εμπειρία, η οποία είναι η απτή σχέση προς τον κόσμο μας. Μπορούμε να θέσουμε το ερώτημα με διαφορετικό τρόπο: γιατί δεν αλλάζει μια καθαρή πολλαπλότητα; Θα πρέπει να επιστρέψουμε στο οντολογικό επίπεδο. Μια καθαρή πολλαπλότητα δεν μπορεί να αλλάξει γιατί ένα πολλαπλό καθορίζεται από τα στοιχεία του. Για να ακριβολογούμε, η πολλαπλότητα είναι μια πολλαπλότητα στοιχείων. Οπότε μια πολλαπλότητα ορίζεται από τα στοιχεία της. Τι είναι μια διαφορετική πολλαπλότητα; Μια διαφορετική πολλαπλότητα είναι μια πολλαπλότητα με διαφορετικά στοιχεία. Καταλαβαίνετε, μια πολλαπλότητα η οποία ορίζεται από τα ίδια στοιχεία είναι η ίδια πολλαπλότητα, γιατί δεν υπάρχει άλλος ορισμός της πολλαπλότητας από το ότι είναι μια σύνθεση των στοιχείων της. Οπότε δεν μπορούμε να πούμε ότι μια πολλαπλότητα έχει τα ίδια στοιχεία και είναι διαφορετική. Αυτό είναι χωρίς νόημα.

Όταν μια πολλαπλότητα είναι διαφορετική, τότε υπάρχει ένα στοιχείο της πρώτης πολλαπλότητας το οποίο δεν υπάρχει επίσης στην δεύτερη πολλαπλότητα, ή υπάρχει ένα στοιχείο στη δεύτερη πολλαπλότητα το οποίο δεν βρίσκεται επίσης στην πρώτη. Η διαφορά έχει απόλυτη φύση. Αν ένα και μόνο στοιχείο δεν είναι το ίδιο, η πολλαπλότητα είναι διαφορετική. Η πρώτη πολλαπλότητα δεν μπορεί να γίνει η δεύτερη πολλαπλότητα γιατί για να γίνει η δεύτερη, η πρώτη θα έπρεπε να έχει τα ίδια στοιχεία. Αλλά αν η πολλαπλότητα έχει διαφορετικά στοιχεία, τότε δεν είναι η ίδια. Άρα είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς μια πολλαπλότητα η οποία να γίνεται μια διαφορετική πολλαπλότητα. Οι δύο διαφορετικές πολλαπλότητες είναι απόλυτα διαφορετικές και δεν μπορούν να μετασχηματιστούν με καμία οντολογική διαδικασία. Αυτή είναι η αρχή της εκτατικότητας.

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Η επανάσταση του Zermelo και ο Badiou

Σε κείμενο του Lyn Sebastian Purcell για την σχέση Badiou Derrida γίνεται εκτενής ανάλυση της συνολοθεωρίας.Παραθέτω ένα απόσπασμα και σχετικό σύνδεσμο .


ZERMELO'S REVOLUTION We should like to begin our engagement with Badiou by noting a ghostly presence within Badiou’s own thought—a specter (revenant) who haunts the whole of his ontology. Consider the following statement from Being and Event: ‘That it is necessary to tolerate the almost complete arbitrariness of a choice, that quantity, the very paradigm of objectivity, leads to pure subjectivity; such is what I would willingly call the Cantor-Gödel-Cohen-Easton symptom’ (BE 280). We are not here interested in this full itinerary, which is punctuated by the names of four great mathematicians, but only its first point, and the unmentioned name that stands between Cantor and Gödel, namely Ernst Zermelo. This mathematician, who is present only as a dash in Badiou’s thought, we argue forms the symptomal point of his enterprise. If attended to correctly, we argue it is here that one can uncover an alternative appropriation of Cantor. 2.1 Against the Whole The ‘Cantorian Revolution’ in Badiou’s thought is tantamount to the rejection of the whole. After Cantor established that it was possible to think the infinite, reversing more than two millennia’s wisdom on the matter, there was a short period in which set theory operated by use of something like Gottlob Frege’s unlimited abstraction principle, which had the advantage of allowing mathematicians to obtain almost all the sets necessary for mathematics from it alone.3 It was as follows: given a well defined property P, there exists a unique set A that consists of only those things that have the property P. Usually, such a set is expressed with braces as follows: {x | P(x)}, which means ‘the set of all x having the property x’. The difficulties with this principle are well-known: such a principle allows for selfmembership. If some sets can be members of themselves, then others are sets that are not members of themselves. That this distinction results in a logical paradox was an observation Bertrand Russell made (and Zermelo independently), and has come to be known as Russell’s paradox.4 The response of the mathematical community was to try to avoid this inconsistency by addressing or reformulating the abstraction principle. This aim was the point of Russell’s theory of types. Yet, in the end the solution that was provided by Ernst Zermelo (in 1908) proved most acceptable. 3We note that Badiou rightly counts Frege as the second attempt to think a set, while Cantor’s intuition of objects constitutes the first (BE 40). 4 For those interested, Badiou reproduces this paradox in Being and Event pages 40-1, and more thoroughly in Logics of Worlds, trans. Oliver Feltham, New York, Continuum Press, pp. 153-5 (Henceforth: LW

Όλο το κείμενα εδώ

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Πέραν του υποσυνόλου Singleton: Οι Δημοκρατικοί και ο Santoroum

Τον Οκτώβριο του 11 διεξάχθηκαν οι εσωτερικές εκλογές στο Σοσιαλιστικό κόμμα με ανοικτή ψηφοφορία. Το πολύ ενδιαφέρον αριστεροφιλελεύθερο μικρό μόρφωμα Gauche Liberale  ( Προυντονικής κατεύθυνσης) καλεί ανοικτά να υπερψηφιστεί ο Manuel Valls (1).Τυπικά Επρόκειτο για μια προφανή επέμβαση στα εσωτερικά ενός άλλου κόμματος που δεν πήρε και μεγάλη δημοσιότητα κυρίως εξ´ αιτίας του μικρού nano μεγέθους  της Gauche Liberale.

Μερικούς μήνες μετά στις ΗΠΑ γίνεται κάτι παρόμοιο, αλλά με αντίθετη στόχευση. ψηφοφόροι του Δημοκρατικού κόμματος εκμεταλλεύονται την ανοικτή  ψηφοφορία εγγράφονται για μια μέρα στους καταλόγους και ψηφίζουν Σαντόρουμ ως πιο βολικό αντίπαλο του Ομπάμα . Σε αντίθεση με την GL επιλέγουν τον χειρότερο τους αντίπαλο για να προκαλέσουν την κοινή γνώμη εναντίον του.

Και τα δυο περιστατικά εκφράζουν αυθεντικά τα τυπικά όρια της σύγχρονης δημοκρατίας ,και ίσως ανοίγουν δρόμους μιας πιο σύγχρονης οργάνωσης της αντιπροσώπευσης.

Το ζήτημα προκύπτει από το γεγονός ότι ενώ στις σύγχρονες δημοκρατίες αναφύονται πολλαπλά παράλληλα ερωτήματα τελικά στην κάλπη αποτυπώνεται ένα .Κι' όμως οι έρευνες δείχνουν πως άλλοι ψηφίζουν για να βρουν κυβέρνηση άλλοι για να επιλέξουν αντιπολίτευση αλλά πολλοί θα ήθελαν να ψηφίζουν και για τα δυο. Αποτέλεσμα τελικά τα τρία τέταρτα είναι κοψοχέρηδες.

Μια πιο ελκυστική παραλλαγή , θα ήταν να έχουμε δυο κάλπες μια για κυβέρνηση μια για αντιπολίτευση και ανόθευτη αναλογική. Ακόμη παραλλαγές του συστήματος μονοεδρικών , με διπλή ανεξάρτητη ψήφο  κόμμα - βουλευτή , εξυπηρετούν την ίδια ιδέα. Κύριοι  ,θέλω κυβέρνηση Λαος με αξιωματική αντιπολίτευση ΚΚΕ, ή κυβέρνηση Ανταρσυα με αντιπολίτευση Καμένο ,θα ήταν μερικές από τις πιο εκκεντρικές επιλογές.

Εδώ θα είχε ενδιαφέρον να προσεγγίσει το ζήτημα των ψηφοφοριών μέσω της  μπαντιουικής προσέγγισης , όπου τα πάντα σχηματοποιούνται μέσω της Θεωρίας των συνόλων.

Γράφει ο ΑΒ

Το άτομο αντιμετωπίζεται ως υποσύνολο ως singleton , δηλαδή σύνολο με ένα μόνο στοιχείο. πχ Το κράτος δεν αντιμετωπίζει τον Antoine Domblase  εννοούμενο ως όνομα ενός συνόλου αλλά τον  [Antoine Domblase]  μια αδιαφοροποίητη μορφή μιας μονάδας, η οποία συγκροτείται από την από την μετατροπή σε ένα του ονόματος.
Ο ψηφοφόρος , δεν είναι το υποκείμενο John Doe, είναι μάλλον μόνο ένα μέρος από ότι  το Κράτος, ως χωριστή δομή,  αναπαριστά δηλαδή επιμετρά και διαχειρίζεται ως «ένα» .   Αυτό το μέρος είναι ένα σύνολο του οποίου το μοναδικό στοιχείο  είναι ο John Doe,  δεν είναι ένα πολλαπλό  του οποίου το αδιαμεσολάβητο  ένα είναι  ο  John Doe». Το άτομο υπόκειται  , υπομονετικά ή ανυπόμονα, στον θεμελιακό εξαναγκασμό , σε αυτό το άτομο του περιορισμού  που περιλαμβάνει  και τον θάνατο. Αυτός ο εξαναγκασμός δεν αφορά κάποιον ο οποίος ανήκει στην κοινωνία αλλά σε κάποιον ο οποίος συμπεριλαμβάνεται στην κοινωνία. Το Κράτος είναι αδιάφορο στο «ανήκειν» αλλά συστηματικά ανησυχεί με το «συμπεριλαμβάνεσθαι». Το Κράτος επιμετρά και λαμβάνει υπ’ όψιν κάθε συνεπές υποσύνολο , για το καλό και κακό, γιατί είναι το ζήτημα της αντιπροσώπευσης. Από την άλλη , παρά τις διαμαρτυρίες και δηλώσεις , είναι εμφανές  ότι όσο αφορά τις ζωές των ανθρώπων , εννοουμένων ως σύνολα,  το Κράτος δεν ασχολείται με αυτά τα σύνολα. Αυτό είναι  ο απόλυτο  και αναπόφευκτο βάθος του χωρισμού του Κράτους. 
ΒΕ 107-108

Για την κατανόηση του αποσπάσματος μερικά στοιχειώδη από τη θεωρία συνόλων :

Τα στοιχεία ανήκουν στα σύνολα , ενώ τα υποσύνολα εμπεριέχονται σε αυτά.

Ο αριθμός των υποσυνόλων είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των στοιχείων σε κάθε σύνολο.

Το να επιμετρήσεις ένα αντικείμενο ως στοιχείο ή ως υποσύνολο είναι θεμελιώδης διαφορά τρόπου αντιμετώπισης , χειρισμού. (ΒΕ p83)

Αν το κράτος κατανοηθεί ως σύνολο το οποίο περιέχει τους πολίτες ως στοιχεία ( σχέση ανήκειν) ή ως μοναδιαία υποσύνολα singleton (σχέση συμπεριλαμβάνεσθαι) τότε η διαδικασία ψηφοφορίας είναι ένας χειρισμός ο οποίος ακριβώς εμποδίζει να αναδυθεί η δεδομένη ιδιότητα των συνόλων να δημιουργούνται περισσότερα υποσύνολα από τα στοιχεία. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία μέσω καθολικής γενικής ψηφοφορίας είναι η συστηματική «καθήλωση» , ο «εξαναγκασμός» των υποσυνόλων στην κατάσταση μοναδιαίου συνόλου Singleton.

Είναι πέραν μιας μικρής ανάρτησης να αναλυθεί ότι ο συστηματικός «αντι- αντιπροσωπευτισμός» του Badiou, είναι ελκυστικός από δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς αλλά δυστυχώς για αυτές η θεμελίωση του δεν είναι πολιτική ιδεολογική αλλά μαθηματική - λογική. Η ίδια μαθηματική λογική διάσταση εξοπλίζει τον ΑΒ για να είναι ριζικά αντίθετος στις γενικές εκλογές, την μαρξιστική πολιτική οικονομία κλπ.(*)

Το κράτος ,λοιπόν, δεν επιμετρά τους ψηφοφόρους ως στοιχεία  αλλά ως υποσύνολα με ένα στοιχείο. Δηλαδή ο ψηφοφόρος Κώστας δεν είναι ο Κώστας αλλά το υποσύνολο Κώστας με μοναδικό στοιχείο τον Κώστα.

Το σύγχρονο αντιπροσωπευτικό κράτος, λοιπόν, δεν θεμελιώνεται σε μια λογική κοινωνικού δεσμού την οποία εκφράζει αλλά σε μια λογική απαγόρευσης άλλων υποσυνόλων  την οποία απαγορεύει. Αν το κράτος δεν επιμετρήσει τους ψηφοφόρους ως πολίτες ψηφοφόρους , τότε επειδή αυτοί είναι υποσύνολα και όχι απλά στοιχεία, ως δυναμοσύνολο έχουν μεγαλύτερο πληθάριθμο από τον πληθάριθμο των στοιχείων.

Η κρατική ψηφοφορία ουσιαστικά δεν αντιπροσωπεύει αλλά ουσιαστικά περιορίζει τους  πιθανούς δεσμούς των ψηφοφόρων μεταξύ τους. Ο αριθμός των υποσυνόλων είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των στοιχείων.

Με την έννοια αυτή , και στεκούμενοι στο αυστηρό μαθηματικό λογικό επίπεδο η συνειδητή συμμετοχή σε ψηφοφορίες άλλων κομμάτων για οποιοδήποτε λόγο, συνιστά μαθηματικολογικά την δημιουργία υποσυνόλων την οποία το κράτος δεν επιθυμεί αλλά και αδυνατεί να ελέγξει

Αν η αποχή είναι, μαθηματικολογικά ,η συνειδητή «καθήλωση» του πολίτη στην μαθηματική μορφή «στοιχείο συνόλου» και όχι «υποσύνολο Singleton» που επιθυμεί το κράτος,  η συμμετοχή σε κομματικές ψηφοφορίες είτε ως άσκηση επιρροής , παράδειγμα Gauch Liberal, είτε ως  προβοκάτσια ,παράδειγμα Δημοκρατικοί Σαντόρουμ , αποτελεί μια άλλη «αντι αντιπροσωπευτική» στρατηγική. Από μαθηματικολογική άποψη είναι η αποδέσμευση από την θέση Singleton  και η δημιουργία ενός νέου συνόλου.Το σύνολο αυτό εμπεριέχει δύο στοιχεία : τον ψηφοφόρο Κώστα για εκλογές και τον ψηφοφόρο Κώστα για εκλογές του αντιπάλου.

Αν λοιπόν οποιοσδήποτε προσπαθεί θετικά ή αρνητικά, παραγωγικά ή προβοκατόρικα, από αίσθηση του κοινού «καλού» ή από χαβαλέ να επηρεάσει ψηφοφορίες άλλου κόμματος , τυπικά παραπλανά το κράτος, και μαθηματικά ασκεί το δικαίωμα του  να αποφύγει την κατάσταση Singleton.


(*) Αποτελεί  ολίγον εκ του πονηρού η παρατεταμένη αποσιώπηση της μαθηματικής λογικής ανάλυσης του έργου του ΑΒ, η οποία αποτελεί και το ισχυρό θεμέλιο της, γιατί αυτή ακριβώς αναδεικνύει το ριζοσπαστικό αντιοικονομισμό τον οποίο έχει ανάγκη η σημερινή συγκυρία.  

Συνδέσεις:

H gauche liberale "ψηφίζει" Valls

Οι δημοκρατικοί ψηφίζουν Santoroum

Εικόνα Georg Cantor (1845-1918) Ιδρυτής της Θεωρίας Συνόλων

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Badiou for idiots! στο Facebook

Facebook group:Badiou for Idiots

Τα μαθήματα του Public School New York για το Being and Event

Η σχετική ανακοίνωση με πλήθος παράπλευρες αναφορές εδώ

Μια εφαρμογή των Badioumathematics στην Αρχιτεκτονική

Εδώ ένα σημείωμα για εφαρμογή της έννοιας του generic στην Aρχιτεκτονική

Τα Badioumathematics ως μοντέλα ανάλυσης της Φιλοσοφίας του Δικαίου

Εδώ μια ερεθιστική απόπειρα μεταφοράς όλων των μαθηματικών μοντέλων και όρων των Badioumathematics στην φιλοσοφία του Δικαίου!!!

A.Badiou:Generic, Set Theory

Εδώ μια συνέντευξη με διακριτές αναφορές στην έννοια του Generic

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Απλά μαθήματα Badioumathematics για αρχαρίους και μη μαθηματικούς.Μάθημα τέταρτο :P Cohen ,Forcing,Συμβαν

Είδαμε στα προηγούμενα μαθήματα κατά σειρά
  • Απλά στοιχεία της θεωρίας συνόλων
  • Το πώς βασικές έννοιες της θεωρίας αυτής αξιοποιούνται από τον ΑΒ
  • Και πως ο ΑΒ διατυπώνει πολιτικές θέσεις με την βοήθεια της γλώσσας των μαθηματικών.
Τώρα μπορούμε κάτι πραγματικά πρωτότυπο, κάτι από  ότι  γνωρίζω δεν έχει ξαναγίνει ποτέ.
Μέχρι τώρα η φιλοσοφία, διατυπώνει και διερευνά θέσεις,  δημιουργεί έννοιες και διατυπώνει προβλήματα. Ο ΑΒ όμως κάνει την εξής σύνθεση.
Διατυπώνει τα φιλοσοφικά του θέματα , τα μετατρέπει σε μαθηματική γλώσσα, και διαπιστώνει ότι αυτά τα ζητήματα έχουν λυθεί ως μαθηματικά προβλήματα. Με δεδομένη την μαθηματική λύση , «επανέρχεται» στην φιλοσοφία και αναδιατυπώνει τα ζητήματα.
Ας το  πούμε απλά. Ξέρουμε ότι 1+1 = 2. Αν ένας έχει ένα φιλοσοφικό ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να μετασχηματιστεί στην ερώτηση «πόσο κάνουν ένα και ένα;» .Θα μπορούσαμε λοιπόν αφού έχουμε δεδομένη την λύση  το μαθηματικό πρόβλημα, να μετασχηματίσουμε το ζήτημα ανάποδα και να  διατυπώσουμε την φιλοσοφική απάντηση. Η διαδικασία είναι χοντρικά η εξής
Διατύπωση του ζητήματος, μετασχηματισμός σε μαθηματικό πρόβλημα, λύση μέσω μαθηματικών, αντίστροφος μετασχηματισμός , και αναδιατύπωση του ζητήματος .
Βέβαια δεν είναι τόσο απλό, αλλά η βασική αρχή είναι αυτή.
Ο ιδιοφυής λοιπόν ΑΒ , βρίσκει μια προέκταση της θεωρίας των συνόλων, τις μελέτες του μαθηματικού P.Cohen , και ανακαλύπτει ότι σε αυτή την  μαθηματική  θεωρία, ουσιαστικά είναι μετασχηματισμένος όλος ο προβληματισμός του για δύο βασικά προβλήματα που τον απασχολούν. Το ζήτημα της Αληθείας και του Συμβάντος.
Ο ΑΒ ισχυρίζεται ότι ο μαθηματικός P.Cohen , εν αγνοία του, έχει λύσει ένα θεμελιακό φιλοσοφικό πρόβλημα στο μαθηματικό επίπεδο, μέσω μιας σειράς μαθηματικών αποδείξεων.
Φαίνεται ίσως πολύ φορμαλιστικό, αλλά δεν είναι. Αυτό γίνεται γιατί τα μαθηματικά του Cohen δεν είναι τα  υπολογιστικά μαθηματικά που χρησιμοποιούν στην οικονομία και τις πολιτικές επεκτάσεις της, αλλά  τα μαθηματικά του Cohen είναι πολύ ενδιαφέροντα μαθηματικά αφαίρεσης και λογικής.
Ωστόσο τα ζητήματα αυτά δεν είναι και τόσο δυσνόητα αρκεί να παρακολουθήσουμε μερικούς απλούς ορισμούς και συλλογισμούς. Ας δούμε τώρα πως γίνεται αυτή η τοποθέτηση ο μετασχηματισμός και η αναδιατύπωση.
Θα είναι πολύ πιο εύκολο αν προσπαθήσουμε να δούμε τα αρχικά τα μαθηματικά του Cohen  με μερικά απλά παραδείγματα.
Ας υποθέσουμε ότι ευρίσκεσαι σε ένα θεόκλειστο δωμάτιο  με διάφορα αντικείμενα .Έχεις πληροφορίες μόνο για τα αντικείμενα στο εσωτερικό του δωματίου τα οποία είναι αμέτρητα. Το πρόβλημα τίθεται κατά πόσο μπορείς να καταλάβεις ποια αντικείμενα ευρίσκονται εκτός δωματίου μόνο με την γνώση που έχεις για τα άπειρα αντικείμενα του δωματίου .Και προσπαθείς  να καταλάβεις  τι αντικείμενο  υπάρχει εκτός. Προφανώς δεν  μπορώ να το μάθεις  ποτέ. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα. Με ποιο τρόπο μπορώ να διατυπώσω τις ερωτήσεις μου έτσι ώστε , τουλάχιστον η αναζήτηση μου να έχει την μεγαλύτερη πιθανότητα να απαντηθεί. Τα μαθηματικά του Cohen ουσιαστικά περιορίζουν ,και συστηματοποιούν τις δυνατές ερωτήσεις  που τίθενται στο λογικό αυτό πρόβλημα.
Ξαναπάμε στο παράδειγμα. Είμαι στο δωμάτιο  άπειρα αμέτρητα αντικείμενα μεταξύ δε  μια καρέκλα και ένα τραπέζι και μου ζητάνε να διατυπώσω ερωτήσεις για το ποια αντικείμενα είναι έξω από το δωμάτιο με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο.
Ο οποιοδήποτε λογικός άνθρωπος θα άρχιζε να φαντάζεται και να ρωτάει
-Υπάρχει μια καρέκλα;
-Υπάρχει ένα τραπέζι;
Ο κατάλογος αυτός όμως είναι αμέτρητος και θα αρχίζεις να ρωτάς άπειρες φορές αναμένοντας μια απάντηση ναι όχι.
Τι γίνεται όμως με αντικείμενα που δεν γνωρίζω; Πως θα ρωτήσω;
Χμ, δύσκολο.
Μπορεί να κάνω όμως μια πονηρή ερώτηση ως εξής
Υπάρχει έξω ένα αντικείμενο που δεν γνωρίζω , για το οποίο υπάρχει μια ασφαλής μέθοδος να μου απαντήσετε ναι ή όχι;
 Η ερώτηση είναι πολύ πονηρή, γιατί δεν ζητάω το αντικείμενο απ’ ευθείας , αλλά μετατρέπω την ερώτηση για ένα αντικείμενο σε ερώτηση για μια συνθήκη ύπαρξης του αντικειμένου.
Για να μη χάσουμε τον λογαριασμό, είπαμε  ότι  το ζήτημα μας είναι να κριθούμε κατά πόσο κάνουμε ερωτήσεις που θα μας δώσουν την καλύτερη προσέγγιση για κάτι που δεν μπορούμε να ξέρουμε.
Δες τώρα τι κάνει η πονηρή ερώτηση: Μεταθέτει το ζήτημα του άγνωστου αντικειμένου σε μια ερώτηση για μια προϋπόθεση , μια συνθήκη του αντικειμένου, η οποία μπορεί να απαντηθεί και να γίνει κατανοητή με βάση όσα ξέρω από τον εγκλεισμό μου στο δωμάτιο. Με απλά λόγια εκβιάζουμε την απάντηση ,μέσω μιας συνθήκης. Αυτό είναι το περίφημο forcing  (εκβιασμός, παραβίαση )που δημιούργησε ο Cohen  και υιοθέτησε ο ΑΒ.
Αν κοιτάξουμε προσεκτικά οι ερωτήσεις μέσω εκβιασμού είναι πολύ πιο αποτελεσματικές από τις αρχικές ,και σαφώς κερδίζουν στο μικρό κουίζ.
Εδώ όμως αρχίζει το τρομερό ενδιαφέρον.
Τα μαθηματικά του Cohen  με τα άγνωστα αντικείμενα, τις περίεργες διατυπώσεις, και τους εκβιασμούς μας λένε τελικά πως αυτό που είναι τελείως άγνωστο, δεν είναι ασυνάρτητα άγνωστο, δεν είναι τελείως μη προσπελάσιμο. Επίσης μας λένε ότι υπάρχουν αποδεδειγμένα τρόποι που μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με αυτό το άγνωστο.
Αυτά τα παιδικά κουιζ που κάναμε, αντιστοιχούν σε εκατοντάδες σελίδες μαθηματικές αποδείξεις , και δεν είναι τόσο απλοϊκά. Αλλά σύμφωνα με τον ΑΒ  γεφυρώνουν ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ σκέψης και γνώσης.
Ας ξαναθυμηθούμε με ένα απλό κουίζ καταλάβαμε πως το εκάστοτε άγνωστο δεν είναι στατικά άγνωστο αλλά μέσω ενός «εκβιασμού» μπορεί να γίνει λιγότερο άγνωστο. Επίσης όλα αυτά γίνονται αποδεικτέα μέσω των αυστηρών μαθηματικών του Cohen.
O  AB ως πολιτικός φιλόσοφος κάνει την εξής  αναλογία.  Αν με τα μαθηματικά αποδεικνύω ότι τελικά υπάρχει πάντα μια λογική σύνδεση γνωστού αγνώστου, τότε η θεωρία για τα μεγάλα αναπάντεχα κοσμοιστορικά συμβάντα μπορεί να τοποθετηθεί αλλιώς. Κάθε πραγματικά αναπάντεχο, άγνωστο ,απρόβλεπτο , μη κατανοητό   Συμβάν έχει μια βαθύτερη σχέση με την πραγματικότητα που το γέννησε ,αλλά προσοχή αυτή η σχέση δεν είναι μηχανική αιτίου αιτιατού.
Ας ξαναγυρίσουμε στο παράδειγμα μας.
Αν οι απλοϊκές πρώτες (υπάρχει τραπέζι , υπάρχει καρέκλα) ερωτήσεις ήταν ικανές να λύσουν το κουίζ , τότε η σχέση του αναπάντεχου Συμβάντος  με την πραγματικότητα θα ήταν καθαρή απλή γραμμική. Το Συμβάν θα ήταν στατιστικά , μηχανικά προβλέψιμο.
Όμως είδαμε ότι η λογική σχέση γνωστού αγνώστου θεμελιώνεται μαθηματικά από μια «πονηρή ερώτηση» ένα συλλογισμό που μεταθέτει το ερώτημα υπάρχει δεν υπάρχει , σε ένα ερώτημα «επαληθεύεται ή όχι μια συνθήκη». Έτσι και το αναπάντεχο συμβάν είναι πάντα αναπάντεχο άγνωστο απροσπέλαστο, αλλά διατηρεί αυστηρά  λογικές και δομημένες σχέσεις με την προ συμβάντος πραγματικότητα που μπορούν να περιγραφούν με τα μαθηματικά του P.Cohen.
Βλέπουμε λοιπόν πως το Συμβάν στον ΑΒ δεν είναι ένα θαύμα αλλά δεν είναι και ένα φυσικό φαινόμενο. Είναι  μυστηριώδες αλλά και λογικά προσπελάσιμο.
Για τον Cohen όμως θα τα ξαναπούμε σε άλλο μάθημα.

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Απλά μαθήματα Badioumathematics για αρχαρίους και μη μαθηματικούς.Μάθημα τρίτο,τι αντιπροσωπεύει μια μαθηματική-πολιτική εξίσωση

Είδαμε λοιπόν ότι η διάκριση «ανήκω» και «εμπεριέχομαι» είναι πολύ μεγάλη αλλά ταυτόχρονα  κρυμμένη συνεχώς. Στην γλώσσα της θεωρίας συνόλων  το ανήκω και το περιέχομαι αναγράφονται με διαφορετικό σύμβολο .Πρέπει  όμως  κάθε φορά που έχουμε μια συλλογή να την βλέπουμε και ως στοιχεία που ανήκουν σε αυτή και   ως υποσύνολα που περιέχονται.
Στον ΑΒ αυτή η διάκριση γενικεύεται και δημιουργεί ένα από τα θεμέλια της πολιτικής του σκέψης.
Η γενίκευση ίσως γίνεται  κατανοητή με ένα απλό παράδειγμα
Έχουμε την συλλογή του προηγούμενου μαθήματος των τροφίμων του Σουπερ Μάρκετ. Τα τρόφιμα κατά την συλλογή τους είναι στοιχεία αλλά κατά την καταμέτρηση τους στο ταμείο είναι υποσύνολα. Τα τρόφιμα είναι τα ίδια ,δεν αλλάζουν εκείνο που αλλάζει είναι ο τρόπος που τα αντιμετωπίζουμε ως συλλογή.  είναι μια συλλογή με γνωστά στοιχεία που ευρίσκεται μπροστά μας, άλλη είναι η ίδια συλλογή όταν την επεξεργαζόμαστε. Στην πρώτη περίπτωση βλέπουμε στοιχεία που της ανήκουν, στην δεύτερη επεξεργαζόμαστε υποσύνολα που επεξεργαζόμαστε.
Τότε μπορούμε να πούμε ότι τα τρόφιμα «παρουσιάζονται» ως στοιχεία και «αναπαρίστανται» ως υποσύνολα. Η καταμέτρηση στο ταμείο είναι μια διαχείριση αυτών  των στοιχείων που «παρουσιάζονται»  ως συλλογή δηλαδή «ανήκουν» σε μια συλλογή.
Σύμφωνα με τον ΑΒ το να «ανήκεις» σχετίζεται με την παρουσία, το να «εμπεριέχεσαι» σχετίζεται με την αναπαράσταση.
Η  κλασσική περίπτωση όπου ο ΑΒ χρησιμοποιεί τις έννοιες αυτές είναι  η ανάλυση του για το κράτος.
Για να δούμε αυτήν την ανάλυση ,ας επαναλάβουμε
Τα πάντα μπορούν μα ειδωθούν ως συλλογές, και όλες οι συλλογές είναι ταυτόχρονα συλλογές στοιχείων ( τα οποία ανήκουν)  και συλλογές υποσυνόλων ( τα οποία περιέχονται).
Σύμφωνα με την γενική πεποίθηση το κράτος αναφέρεται σε άτομα και πολίτες και ρυθμίζει τις σχέσεις τους. Αν όμως σκεφτούμε τους πολίτες ως στοιχεία ενός συνόλου, τότε ξέρουμε από την θεωρία συνόλων ότι ταυτόχρονα αυτοί γίνονται  πολλαπλάσια υποσύνολα , δηλαδή γίνονται περιεχόμενα που μπορούμε να διαχειριστούμε. Αν σε ένα κράτος πχ ανήκουν τρεις πολίτες όπως είδαμε και στο παράδειγμα του πρώτου μαθήματος τα υποσύνολα είναι πολλά περισσότερα.
Ο ΑΒ λοιπόν μας λέει ότι το κράτος λειτουργεί, διαχειρίζεται, επεξεργάζεται, αναφέρεται όχι σε στοιχεία αυτού του συνόλου, αλλά στα υποσύνολα.  Όπως έχουμε πει και στο πρώτο ότι ο αριθμός των υποσυνόλων είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των στοιχείων. Πχ σε κράτος με τρεις πολίτες (Κώστας , Ελένη, Ανδρέας) το κράτος διαχειρίζεται τους τρεις ατομικά (Κώστας, Ελένη, Ανδρέας)  αλλά και τους συνδυασμούς τους πχ (Κώστας-Ελένη, Ελένη –Ανδρέας, Κώστας –Ανδρέας, τον τριπλό συνδυασμό Κώστας-Ελένη-Ανδρέας κλπ) .Το κράτος λοιπόν είναι «αναπαράσταση» και το κατανοούμε με  όρους  «περιεχομένου» και δεν είναι «παρουσίαση» την οποία κατανοούμε με  όρους του «ανήκω». Επειδή το κράτος διαχειρίζεται υποσύνολα και όχι στοιχεία, τότε αυθαίρετα ομαδοποιεί, ταξινομεί . Αυτό που ο Μαρξ ανακάλυψε ότι το κράτος είναι το κράτος μιας τάξης, γίνεται τώρα κατανοητό (ελπίζω) από μια μαθηματική οπτική. Οι τάξεις του Μαρξ γίνονται κατανοητές ως υποσύνολα. Κράτος σημαίνει  διαχείριση υποσυνόλων ,ομάδων , συσπειρώσεων, αλλά και ατόμων νοουμένων ως υποσύνολα. Κράτος  δεν σημαίνει μόνο διαχείριση ατόμων ως στοιχείων.
Αν υποθέσουμε ότι αυτή η θεώρηση του ΑΒ είναι ορθή τότε καταλαβαίνουμε ότι μπορούμε να αναλύσουμε όλα τα ζητήματα της πολιτικής και του κράτους ,αφού πρώτα τα αποτυπώσουμε με τα μαθηματικά σύμβολα της θεωρίας των συνόλων.
Για να το κάνουμε το ζήτημα κάπως πιο παραστατικό και ανεκδοτολογικό παραθέτω μια «πολιτική»  εξίσωση του ΑΒ  σε  μαθηματική γλώσσα.
π(π(ε))→1
Στην εξίσωση το  Π σημαίνει πολιτική λειτουργία , ε σηματοδοτεί ως ένας ειδικός αριθμός (άπειρος πληθικός)  την υπερβάλλουσα ισχύ του κράτους και το 1 την ισότητα. Το νόημα της εξίσωσης είναι ότι η πολιτική για να επιτύχει  μια πολιτική ισότητας τότε αυτή πρέπει να γίνει σε δύο στάδια. Κατ’ αρχάς η πολιτική να ασκηθεί σε απόσταση από το κράτος π(ε) και αφού δημιουργηθεί αυτό το χάσμα τότε η πολιτική που περιλαμβάνει αυτό το χάσμα π(π(ε)) θα οδηγήσει στην ισότητα 1
Προφανώς είναι αδύνατο τώρα να εξηγήσουμε σε ανάλυση το ακριβές νόημα των συμβόλων και την αντιστοιχία τους , γιατί περιλαμβάνει μερικές πιο σύνθετες έννοιας της θεωρίας συνόλων, αλλά το παράδειγμα τίθεται για να δείξει το τι τελικά επιτυγχάνεται.
Το πλεονέκτημα αυτής της  μεθοδολογίας είναι ότι βασίζεται  σε μια πολύ αυστηρή μαθηματική θεωρία η  οποία θεμελιώνεται σε  αξιώματα ,και μπορεί να αναδείξει κοινωνικά φαινόμενα με ένα μαθηματικό τρόπο ακριβή  και σαφή.


    

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Απλά μαθήματα Badioumathematics για αρχάριους και μη μαθηματικούς.Μάθημα δεύτερο

Η θεμελιώδης διάκριση του "ανήκω" και "εμπεριέχομαι"
Είδαμε στο προηγούμενο μάθημα πως είναι δυνατόν να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ως «συλλογές». Αυτό αφορά τα πάντα , δηλαδή ότι μπορεί να διανοηθούμε και να σκεφτούμε και να έχουμε ως εμπειρία.
Είδαμε και το παράδειγμα της συλλογής με στοιχεία Κώστας Ελένη Ανδρέας
Είδαμε και την μαγική ιδιότητα των συλλογών να έχουν πάντα και παντού τον αριθμό των στοιχείων μικρότερο από τον αριθμό των υποσυνόλων και τέλος σημειώσαμε ότι αυτή η διαφορά έχει μια βαθύτερη σημασία. Γιατί είναι άλλη η σχέση των στοιχείων με το σύνολο και άλλη η σχέση των υποσυνόλων με το σύνολο.
Τα στοιχεία «ανήκουν» σε σύνολα τα υποσύνολα «εμπεριέχονται»
Αυτήν την διαφορά του «να ανήκεις» και «να εμπεριέχεσαι» πρέπει να δούμε καλύτερα, γιατί η κατανόηση της, μας οδηγεί σύμφωνα με τα BMCS σε μερικά ενδιαφέροντα πολιτικά αποτελέσματα. Αλλά ταυτόχρονα είναι μια  θεμελιώδης διαφορά στην θεωρία των συνόλων.
Βέβαια στην γλώσσα της καθημερινότητας φαίνεται το να «ανήκω» κάπου και να «περιέχομαι» κάπου να είναι σχεδόν ταυτόσημα. Προσοχή όμως στα BMCS  έχουν θεμελιακή διαφορά, τόση όση η διαφορά πρόσθεσης αφαίρεσης , ή πολλαπλασιασμού διαίρεσης. Φαίνεται τόσο παράξενο αλλά νομίζω ότι θα το ξεκαθαρίσουμε με ένα απλό παράδειγμα.
Σήμερα το πρωί λοιπόν πάς στο σούπερ μάρκετ
Παίρνεις ένα καλάθι και το γεμίζεις με τρόφιμα. Κάθε φορά που βάζεις ένα τρόφιμο στο καλάθι το μετράς από μέσα σου, το θυμάσαι . Στο τέλος της διαδρομής έχει μια συλλογή από τρόφιμα. Το κάθε τρόφιμο ανήκει στην συλλογή αυτή.
 Όταν πας στο ταμείο τότε ο ταμίας παίρνει ένα ένα τρόφιμο ,ή δυο δύο, ανακατεμένα ανεξάρτητα από την σειρά που εσύ τα αγόρασες, και τα σκανάρει για να βγάλει τον λογαριασμό.
Τα τρόφιμα που είναι στοιχεία της συλλογής σου, που «ανήκουν»  στην συλλογή για τον ταμία είναι κάτι παραπάνω. Ο ταμίας διαχειρίζεται την ίδια συλλογή , την καταγράφει, την κωδικοποιεί με ένα άλλο τρόπο από ότι εσύ. Για τον ταμία , για την συγκεκριμένη δουλειά τα τρόφιμα είναι «περιεχόμενα» της συλλογής.
Δηλαδή «περιεχόμενο»  γίνεται ένα στοιχείο μιας συλλογής  όταν το διαχειριζόμαστε ως μονάδα, αφού βέβαια από πριν, το έχουμε καταστήσει μέλος της συλλογής.
 Όταν κάτι ανήκει σε μια συλλογή έχει ήδη μετρηθεί, αλλά όταν κάτι είναι περιεχόμενο μιας συλλογής γίνεται αντικείμενο μιας επιμέτρησης, μιας διαχείρισης της αρχικής μέτρησης.
Το περίεργο είναι ότι στα μάτια του ταμία, κατά την διάρκεια του σκαναρίσματος , δημιουργείται μια συλλογή με στοιχεία που «ανήκουν», δηλαδή γίνεται «η συλλογή των τροφίμων του πελάτη τάδε που σκανάρω τώρα» .Αυτό σημαίνει ότι κάθε συλλογή ανά πάσα στιγμή αποτελείται από στοιχεία και υποσύνολα, αλλά αυτό εξαρτάται από την διαδικασία που έχουμε.
Για να είναι κάπως καθαρό ας υποθέσουμε ότι να «ανήκεις» προηγείται του να είσαι «περιεχόμενο» χρονικά.
Στην καθημερινότητα όμως κυρίως διαχειριζόμαστε, επιμετρούμε, πράγματα ως περιεχόμενα συλλογών  και μόνο θεωρητικά σκεφτόμαστε για την έννοια του «ανήκω» που προηγείται. Ε οι αυστηροί μαθηματικοί της θεωρίας των συνόλων έχουν αποδεχθεί ένα αξίωμα, δηλαδή μια αναπόδεικτη αλήθεια που μας χρειάζεται για να φτιάξουμε το μαθηματικό οικοδόμημα, και το αξίωμα αυτό μας λέει. Ότι ευρίσκεται στην εμπειρία σου ως περιεχόμενο μιας συλλογής , αναγκαστικά «ανήκει» στην συλλογή.
Ας το δούμε με ένα άλλο παράδειγμα
Κοιτάς στο παράθυρο και βλέπεις όσα αυτοκίνητα περνάνε από μπροστά σου για πέντε λεπτά. Τότε σχηματίζεις την συλλογή «τα αυτοκίνητα που βλέπω στο διάστημα 9:55-10::00 πμ» Τα αυτοκίνητα αυτά «ανήκουν» στην συλλογή σου
Δεν ξέρεις όμως ότι στην γωνία του σπιτιού σου υπάρχει η τροχαία που ελέγχει αυτοκίνητα  ακριβώς την ίδια ώρα 9:55-10:00 .
Τα ίδια αυτοκίνητα που μέτραγες υφίστανται έλεγχο από την τροχαία.
Η τροχαία ελέγχοντας τα ίδια αυτοκίνητα κάνει και αυτή μια συλλογή αυτοκινήτων δηλαδή την συλλογή «αυτοκίνητα που ελέγχω μεταξύ 09:55-10:00» . Για την τροχαία τα αυτοκίνητα «ανήκουν»  στην συλλογή της, αλλά τα ίδια αυτοκίνητα πλέον είναι και «περιεχόμενα» της συλλογής σου τα οποία διαχειρίζεται και ελέγχει η τροχαία.
Με ένα μαγικό τρόπο τα ίδια αυτοκίνητα «ανήκουν» σε δύο διαφορετικές ίσες συλλογές,(την δική σου και της αστυνομίας)  αλλά αν  σκεφτούμε την αλληλουχία, η τροχαία ελέγχει «τα περιεχόμενα» της συλλογής σου, και αν υποθέσουμε ότι κόβει κλήσεις σε όλους τότε διαχειρίζεται και τα «περιεχόμενα» της δικής της συλλογής.
Η κατάταξη του να «ανήκεις» και να είσαι «περιεχόμενο» αλλάζει διαρκώς για τα ίδια πράγματα, αλλά το να είσαι «περιεχόμενο» προϋποθέτει ότι «ανήκεις» και όταν κάποιος διαχειρίζεται επιμετρά στοιχεία συλλογών τότε μιλάμε για «περιεχόμενο»
Αν αυτό είναι καθαρό τότε μπορούμε να μιλήσουμε για μια ευρεσιτεχνία του ΑΒ. Ο τύπος αρχίζει να σκέφτεται για την κοινωνία και την πολιτική όχι όπως ένας τυπικός φιλόσοφος, αλλά χρησιμοποιώντας το περίεργο αλλά τελικά σαφές (ελπίζω…) κριτήριο του «να ανήκω» ή του «να είμαι περιεχόμενο»
Αλλά αυτά στο επόμενο μάθημα BMCS.