Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα set theory. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα set theory. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Antti Veilhate : Alain Badiou's Mistake

ALAIN BADIOU’S MISTAKE


TWO POSTULATES OF DIALECTIC MATERIALISM
 
ANTTI VEILAHTI
 
Abstract.
To accompany recent openings in category theory and phi-losophy, I discuss how Alain Badiou attempts to rephrase his dialecticphilosophy in topos-theoretic terms. Topos theory bridges the problemsemerging in set-theoretic language by a categorical approach that rein-scribes set-theoretic language in a categorical framework. Badiou’s owntopos-theoretic formalism, however, turns out to be confined only to alimited, set-theoretically bounded branch of locales. This results withhis mathematically reduced understanding of the ’postulate of materialism’ constitutive to his account. Badiou falsely assumes this postulate to be singular whereas topos theory reveals its two-sided naturewhose synthesis emerges only as a result of a (quasi-)split structure of truth. Badiou thus struggles with his own mathematical argument. Iaccomplish a correct version of his proof the sets defined over such a’transcendental algebra’form a (local) topos. Finally, I discuss thephilosophical implications Badiou’s mathematical inadequacies entail.
.
.

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Καστοριάδης -Μάγματα-Θεωρία Συνόλων


Στο έργο του Κ.Καστοριάδη αναπτύσσεται η έννοια του μάγματος.Η έννοια αυτή διατυπώνεται ως αντίρρηση και υπέρβαση των εννοιών της αξιωματικής συνολοθεωρίας ZF.Μπορούμε να  θεωρήσουμε ότι αντιτίθεται προς την έννοια του συνόλου.

Ο καθηγητής Μαθηματικών Α.Τζουβάρας προχωρεί σε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση.
Ταξινομεί και αναλύει λογικά την έννοια του μάγματος και κατόπιν την ενσωματώνει σε μια "αναθεωρημένη ευρεία" συνολοθεωρία πέραν των αξιωμάτων ΖF,όπως αυτή τη θεωρία κατέθεσε η μαθηματικός Helen Skala;.


To κείμενο του Α.Τζουβάρα εδώ

Αποσπάσματα από το ίδιο κείμενο στα Ελληνικά εδώ

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

The Limits of The Subject in Badiou’s Being and Event

The Limits of The Subject in Badiou’s Being and Event

Brian Anthony Smith

Abstract: This essay is an examination of the limits of the model of the subject that Badiou establishes in Being and Event. This will concentrate on both Being and Event, and the later ethical developments introduced in Ethics: An Essay on the Understanding of Evil. My aim will be to show that there is a possible subjective figure, based on the independence of the Axiom of Choice, which remains unexamined in both these works. The introduction of this new subjective figure not only complicates Badiou’s ethical categories of Good and Evil, but it also raises questions about the nature of the subject in general in his philosophy.

Keywords: Badiou; Axiom of Choice; Subject; Individual; Non-constructible Sets; Temporality

The figure of the subject in Badiou’s Being and Event[1] is key to understanding the link between his revival of a systematic ontology, in the form of set theoretical mathematics, and his wider philosophical and ethical concerns. Through a critical examination of the subject, as it appears in Being and Event, and an evaluation of the categories of subjective Good and Evil, developed in his book Ethics: an Essay on the Understanding of Evil[2], I hope to probe the limits of this subjective model and to propose a new subjective figure that appears possible, but unexamined, in either of these works.

My analysis will focus on two main points: first, Badiou’s use of the Axiom of Choice, as a key factor in his philosophy that allows for the possibility of a subject, and, second, his selective use of set theoretical forcing, which concentrates mainly on the independence of the Continuum Hypothesis.

Badiou’s ethics is based on the capacity of individuals to distinguish themselves from their finite animal nature and to become immortal; to become immortal is to become a subject (E 12, 132). What constitutes this singular ability, our rationality, is the use of mathematics (E 132). Specifically it is the Axiom of Choice that elevates the human animal to the level of a potential subject. This axiom expresses an individual’s freedom, a freedom equivalent to the affirmation of pure chance. [3] It is this capacity that allows an individual to affirm its chance encounter with an event; the moment of this affirmation is called intervention and marks the birth of a subject (BE Meditations 20 and 22).

The importance of the Axiom of Choice is clear; it provides the connection between the individual, the event and the subject. It defines the individual and provides the condition under which subjectivity is possible.

Badiou’s appeal to Paul Cohen’s theory of forcing is predominately directed toward his proof of the independence of Georg Cantor’s Continuum Hypothesis. But in Cohen’s book, Set Theory and the Continuum Hypothesis, the method of forcing is used equally to prove the independence of the Axiom of Choice.[4] For Badiou, the Continuum Hypothesis is a restrictive theorem of ontology; it confines ontology to the merely constructible and neuters the individual by reducing the power of the Axiom of Choice (BE Meditations 28 and 9). Under such a restriction the Axiom of Choice loses its independence as an axiom and becomes a theorem, a mere consequence of the system (BE 305-7). Cohen’s theory of forcing is important as it shows that it is possible to construct a model of set theory in which the Continuum Hypothesis fails, thus liberating us from its restrictive bonds. In the process it not only reinstates the full power of the Axiom of Choice, the freedom of the individual, but also, through the use of this axiom, a subject emerges.

The mathematical theory of forcing, as it is applied to the Continuum Hypothesis, provides Badiou with the paradigmatic model for the subjective response to an event. The subjective process emancipates the individual, through a correct use of their freedom in the face of an event, from some restrictive condition of their situation. This production of a truth introduces true novelty that expands, or extends, the subject’s situation. This forms the basis of Badiou’s theory of ethics. Subjective endeavour, forcing the truth of an event, forms the positive concept of the Good and ‘It is from our positive capability for Good… that we are to identify Evil’ (E 16). The range of types of Evil can be identified with false, abortive or totalizing activities that try to subvert a truth procedure, the Good being the practice of the virtues of discernment, courage and moderation (E 91). The subject remains faithful to the event and its consequences.

The clarity and decisive character of Badiou’s ethics is refreshing, but is it the case that the subject is always intrinsically good? What would happen if we examined the consequences of a valid subjective process, based on the mathematical model of forcing, which instead of liberating an individual, in the process of their subjective action, condemned them? I think the independence of the Axiom of Choice provides such an occasion. What would be the consequences of forcing a situation in which the Axiom of Choice fails, in which the freedom of the individual is denied and the competence of the subject questioned?


Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Επερχόμενες εκλογές και η θεωρία συνόλων

Καθώς πλησιάζουν οι εκλογές , είναι φανερό οτι θα διεξαχθούν σε μια βασική συνθήκη:

Γίνονται μετά απο άδεια της τρόικας , η οποία έχει ουσιαστικά έχει ήδη απαξιώσει τους δυνητικους συμμάχους της Σαμαρά και Βενιζέλο.Δεδομένου οτι ο προϋπολογισμός του 12 έχει καταρρεύσει προκαταβολικά ,οτι η εκλογική διαδικασία θα παραλύσει και το υπολείπο του κράτους που λειτουργεί,ότι οι εκλογικες δημόσιες δαπάνες είναι τόσο πενιχρές που καθιστούν τις εκλογές σχεδόν διαβλητες,είναι φανερό ότι πάμε σε πραγματικά ενδιαφέρουσες συνθήκες.

Για να αποκτήσουν οποιαδήποτε αξία οι εκλογές για τους εμπνευστές τους , θα πρέπει να διεξαχθούν σε μια προεκλογική ατμόσφαιρα , όπου το κλασσικό επίδικο για την επόμενη κυβέρνηση θα προβαλλεται εμπλουτιζόμενο με την πιθανότητα ακύρωσης του.Το ζήτημα δεν θα είναι ποιος θα κυβερνήσει , αλλά ποιος, που σήμερα σαφως δεν μπορει να κυβερνήσει, θα επωφεληθεί απο τις σπόντες του αποτέλεσματος.Ψηφίστε κυβέρνηση για να μπορείτε να μην έχετε ακριβώς αυτή τη κυβέρνηση ή ψηφιστε αντιπολίτευση για να γίνει κατά λάθος κυβέρνηση.

Πρόκειται για εκλογές κυριολεκτικής ανασύνθεσης των πάντων.Φαίνεται πως η κυρίαρχη σκέψη είναι μια νέα κυβέρνηση ΝΔ,ΠΑΣΟΚ υπό τον Παπαδήμο,αλλά χωρίς σαφη εξωτερική συμβολική βοήθεια ακόμα και το σενάριο αυτο είναι δύσκολο.

Η ξαφνική υπερφόρτωση του τόξου απο τον τριπλό δεξιό αντιμνημονιακό μπλοκ μάλλον εξουδετερώνει την προφανή αύξηση της Αριστεράς,ενώ μάλλον αναμένεται ελαφρά ανάκαμψη του Βενιζελικου ΠΑΣΟΚ που θα το τοποθετήσει στη φυσιολογική του δεύτερη θέση.

Η αριστερά θα παραμείνει στο εγγενές αριθμητικό παράδοξο της ,καθώς γίνεται ισχυρή επειδή το εσχατολογικο ΚΚΕ επιμένει στον μονήρη δρόμο του,ο οποίος είναι η μοναδικη συνθήκη για να ισχυροποιηθουν οι λιγώτερο λαικοτροπες εκδοχές ΣΥΡΙΖΑ Δημαρ.Χωρίς το ισχυρό ΚΚΕ ,που είναι ισχυρο επειδή είναι " δογματικό" , οι λοιπές δυνάμεις δεν θα είχαν την πολυτέλεια των πολυσυλλεκτικών χαλαρών συγκροτήσεων τους.Η ενωμένη αριστερά ενός ενιαίου 30 % είναι φαντασίωση , γιατί πραγνωρίζει οτι αφ´ ενός μεν τα κόμματα συγκροτούν , δημιουργούν, τα δικά τους target groups,δεν εκπροσωπούν υφιστάμενες τάσεις,αφ´ετέρου το άθροισμα των εκλογικών εκπροσωπήσεων τριων διακριτών target group δεν είναι ένα συμπαγές εκλογικό σώμα.

Το ίδιο θα συμβεί στα δεξιά:

Η δεξιά θα ως σύνολο θα παραμείνει αξιόλογη, παρά το εσωτερικό σχίσμα του μνημονίου , ακριβώς και κυρίως επειδή είναι διασπασμένη.

Οι εκλογές της ανασύνθεσης των πάντων , θα είναι οι εκλογές που ακριβώς θα διατηρήσουν τα πάντα.Το αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό σύστημα θα επιδείξει την οργανική σταθερότητα του, ακριβώς γιατί θα φτάσει στα όρια του.Η σταθερότητα του συστήματος οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι εκλογικοί σχηματισμοί δεν έχουν την μόνο την αριθμητική σχέση που τα αθροίζει στο 100% αλλά την σχέση του " συμπεριλαμβάνεσθαι" στο εκλογικό σύστημα που δεν αθροίζει αλλά πολλαπλασιάζει.
Ο μεγάλος αριθμός των κομμάτων θα πολλαπλασιάσει τα εκλογικά διλήμματα,άρα θα καθηλώσει τους ψηφοφόρους μέσω πολλαπλών και συγκρουόμενων διλημμάτων.


Για όποιον έχει όρεξη να ταλαιπωρηθεί λίγο με μερικά περίεργα μαθηματικά απο τη συνολοθεωρία ακολουθεί το απόσπασμα που προσπαθεί να παρουσιάσει πως στην μαθηματικοποίηση του Badiou , τίθεται φορμαλιστικά το ζήτημα της αντιπροσώπευσης :


Ο μαθηματικός φορμαλισμος του ΑΒ (1)για το κράτος και τους μηχανισμους αντιπροσωπευσης είναι ο εξής:

Η κοινωνία θεωρείται συγκεκριμμενο συνολο με στοιχεια του, τους πολιτες ( σχεσεις ανηκειν) δηλαδή ως συγκεκριμενος υπεράπειρος πληθικός αριθμός και σημειωνεται ως σ.

Το κράτος είναι η δύναμη του σ (δηλαδή το συνολο των όλων των δυνατών υποσυνόλων του σ, που διέπονται απο την σχεση του συμπεριλαμβάνεσθαι) και ως εκ τούτου ανώτερος απο τον σ, και σημειώνεται ως ε.

Με βάση την εργασία του Cohen ( για την απροσδιοριστία των γενολογικων υποσυνόλων σε κάθε απειρο σύνολο ) συμπεραίνεται ότι ανωτερότητα του ε σε σχέση με τον σ είναι μαθηματικά απροσδιόριστη.

Εδω θα άξιζε να διευκρινιστεί πως με βάση την αξιωματική συνολοθεωρία , υπάρχουν άπειροι πληθικοί αριθμοί Καντορ οι οποίοι δεν είναι απρσδιόριστοι, αλλά εντάσσονται σε μια μαθηματική διαχείριση.Η ανωτερότητα του ε προς το σ και όχι ο ε , είναι απροσδιόριστη δηλαδή μαθηματικά μη αποδείξιμη .Το ερώτημα " πόσο " το κράτος υπερέχει της κοινωνίας ειναι μαθηματικά μη μετρήσιμο εντος του φορμαλισμού αυτού.Το ότι ,η ανωτερώτητα αυτή δεν είναι προσδιορίσιμη δεν οφείλεται στην φύση των σ και ε που είναι άπειροι πληθικοί αριθμοί, αλλά στην μαθηματική τους σχέση.

Με βάση , λοιπόν, αυτο τον φορμαλισμό αυτό ,ο ΑΒ , συμπεραίνει την πέραν πάσης επιμέτρησης υπεροχή του κράτους έναντι της κοινωνίας.

Το κράτος ως αναπαραστατικό της κοινωνίας είναι υπερτερο της, απροσδιόριστα δηλαδη απροσμέτρητα ακόμη και περαν του λογισμου της αξιωματικης θεωρίας των συνόλων.

Τούτων δοθέντων έχουμε τον συλλογισμό :

1.-Για τον ΑΒ ,η πολιτικη ως διαδικασία " αληθείας " έχει την μοναδική ιδιότητα να αναστρέψει αυτη την μαθηματικά αποδειγμένη απροσδιοριστία , μόνο όταν ασκηθεί εκτός του ε, δηλαδή καταστήσει το ε μετρήσιμο.( δηλαδή η πολιτικη σε απόσταση από το κράτος)

2.-Το πρόταγμα της ισότητας, σημειούμενο συμβολικά ως 1, είναι ασύμβατο με την απροσμέτρητη ανωτερότητα του κράτους ,ε>σ, γιατί η απροσδιοριστία του κράτους εμφανίζεται ως μετρησιμη πραγματικότητα μόνο μέσω των πολιτικών προταγμάτων της ανισότητας.Οι ανεξέλεγκτες ροές του κεφαλαίου εμφανίζονται ως μετρήσιμα αλγεβρικά μεγέθη, γιατί εντος αυτής της άλγεβρας τα προτάγματα ανισότητας είναι λειτουργικά .

3.-Ο μαθηματικός φορμαλισμός επιτάσει πως η πολιτικη εντολή ,σημειούμενη ως π, για να μπορει να επιμετρήσει το ε και να αναδιατάξει την σχέση ε>σ , πρέπει να είναι βασισμένη στο πρόταγμα της ισότητας.

Η πολιτική η οποία ασκείται ως εάν το αναπαραστατικό αντιπροσωπευτικό κράτος είναι μετρήσιμο, είναι μια μαθηματικά λανθασμένη πολιτική η οποία εκφράζεται εμπειρικά ως μια αυταπάτη για τη δυνατότητα του αντιπροσωπευτικού συστήματος να μεταλλαχθεί εκ των έσω με πολιτικό πρόταγμα ισότητας.

Ο ΑΒ διατείνεται οτι δεν είναι ανάγκη κάποιος να κατέχει τον μαθηματικό φορμαλισμό για να προκρίνει πολιτικές ,αλλά ο φορμαλισμός ερμηνεύει με συνεπή τρόπο πολιτικά δεδομένα .πχ η Μπολσεβικη επανάσταση είχε στοιχεία αυταπάτης για την υποτιθέμενη αδυναμία του τσαρικού κράτους, ενω η πολιτιστική επανάσταση διέκρινε πέραν του μαθηματικού λογισμου, την θεμελιακη ανωτερότητα του Κράτους, εξ´ ου και το πρόκριμα για μια ένα διαρκές πρόταγμα απόστασης από αυτό.

Ο φορμαλισμός σημειώνεται ως εξής :

ε>σ : ανωτερότητα του κράτους έναντι της κοινωνίας.

π(ε) : η πολιτικη ως διαδικασία επιμέτρησης του απροσδιόριστου πλεονάσματος του κράτους έναντι της κοινωνίας .

1: το σύμβολο των πολιτικών με πρόταγμα την ισότητα

π(π(ε))=1 : η πολιτική οδηγεί σε προτάγματα ισότητας,αφού προηγουμένως σταθεροποιήσει ως επιμετρούμενο το πλεόνασμα του κράτους

[π(ε) - π(π(ε))=1 ] : η πολιτική γίνεται ως μια συνθέτη πράξη με εσωτερική αλληλουχία .Κατ´ αρχάς ως απόσταση από το κράτος και συνακόλουθα ως επίτευξη των προταγμάτων ισότητας.

(1) Αναλυτικά στο A Badiou Theoretical Writings p 78 ,155-163.


Δεν είναι σίγουρο αν η μαθηματική παρέκβαση θα βοηθήσει το συλλογισμό , αλλά το συμπέρασμα μου είναι σχετικά απλό :

Εντός του εκλογικού συστήματος, ανεξάρτητα απο αποτελέσματα, θα παράγεται μια συγκεκριμμένη σταθερότητα πέραν και πολλαπλάσια της κοινωνικής συνθήκης. Αν τα μαθηματικά του Badiou είναι σωστά , τότε η πιθανότητα η εκλογική διαδικασία να οδηγήσει σε μια σταθερή κυβέρνηση είναι απείρως πολλαπλάσια από ότι μπορούμε να διανοηθούμε.Η δυναμική των εκλογών δημιουργεί τελικά περισσότερη σταθερότητα από όσο είναι εκ πρώτης όψεως φανερό.Την μορφή αυτής της σταθερότητας δεν μπορεί κανεις να προβλέψει,αλλά για όσους ποντάρουν σε εκλογικές ρήξεις και ανατροπές η συνολοθεωρία είναι εναντίον τους.



Εικόνα: C Y Twomply

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Πέραν του υποσυνόλου Singleton: Οι Δημοκρατικοί και ο Santoroum

Τον Οκτώβριο του 11 διεξάχθηκαν οι εσωτερικές εκλογές στο Σοσιαλιστικό κόμμα με ανοικτή ψηφοφορία. Το πολύ ενδιαφέρον αριστεροφιλελεύθερο μικρό μόρφωμα Gauche Liberale  ( Προυντονικής κατεύθυνσης) καλεί ανοικτά να υπερψηφιστεί ο Manuel Valls (1).Τυπικά Επρόκειτο για μια προφανή επέμβαση στα εσωτερικά ενός άλλου κόμματος που δεν πήρε και μεγάλη δημοσιότητα κυρίως εξ´ αιτίας του μικρού nano μεγέθους  της Gauche Liberale.

Μερικούς μήνες μετά στις ΗΠΑ γίνεται κάτι παρόμοιο, αλλά με αντίθετη στόχευση. ψηφοφόροι του Δημοκρατικού κόμματος εκμεταλλεύονται την ανοικτή  ψηφοφορία εγγράφονται για μια μέρα στους καταλόγους και ψηφίζουν Σαντόρουμ ως πιο βολικό αντίπαλο του Ομπάμα . Σε αντίθεση με την GL επιλέγουν τον χειρότερο τους αντίπαλο για να προκαλέσουν την κοινή γνώμη εναντίον του.

Και τα δυο περιστατικά εκφράζουν αυθεντικά τα τυπικά όρια της σύγχρονης δημοκρατίας ,και ίσως ανοίγουν δρόμους μιας πιο σύγχρονης οργάνωσης της αντιπροσώπευσης.

Το ζήτημα προκύπτει από το γεγονός ότι ενώ στις σύγχρονες δημοκρατίες αναφύονται πολλαπλά παράλληλα ερωτήματα τελικά στην κάλπη αποτυπώνεται ένα .Κι' όμως οι έρευνες δείχνουν πως άλλοι ψηφίζουν για να βρουν κυβέρνηση άλλοι για να επιλέξουν αντιπολίτευση αλλά πολλοί θα ήθελαν να ψηφίζουν και για τα δυο. Αποτέλεσμα τελικά τα τρία τέταρτα είναι κοψοχέρηδες.

Μια πιο ελκυστική παραλλαγή , θα ήταν να έχουμε δυο κάλπες μια για κυβέρνηση μια για αντιπολίτευση και ανόθευτη αναλογική. Ακόμη παραλλαγές του συστήματος μονοεδρικών , με διπλή ανεξάρτητη ψήφο  κόμμα - βουλευτή , εξυπηρετούν την ίδια ιδέα. Κύριοι  ,θέλω κυβέρνηση Λαος με αξιωματική αντιπολίτευση ΚΚΕ, ή κυβέρνηση Ανταρσυα με αντιπολίτευση Καμένο ,θα ήταν μερικές από τις πιο εκκεντρικές επιλογές.

Εδώ θα είχε ενδιαφέρον να προσεγγίσει το ζήτημα των ψηφοφοριών μέσω της  μπαντιουικής προσέγγισης , όπου τα πάντα σχηματοποιούνται μέσω της Θεωρίας των συνόλων.

Γράφει ο ΑΒ

Το άτομο αντιμετωπίζεται ως υποσύνολο ως singleton , δηλαδή σύνολο με ένα μόνο στοιχείο. πχ Το κράτος δεν αντιμετωπίζει τον Antoine Domblase  εννοούμενο ως όνομα ενός συνόλου αλλά τον  [Antoine Domblase]  μια αδιαφοροποίητη μορφή μιας μονάδας, η οποία συγκροτείται από την από την μετατροπή σε ένα του ονόματος.
Ο ψηφοφόρος , δεν είναι το υποκείμενο John Doe, είναι μάλλον μόνο ένα μέρος από ότι  το Κράτος, ως χωριστή δομή,  αναπαριστά δηλαδή επιμετρά και διαχειρίζεται ως «ένα» .   Αυτό το μέρος είναι ένα σύνολο του οποίου το μοναδικό στοιχείο  είναι ο John Doe,  δεν είναι ένα πολλαπλό  του οποίου το αδιαμεσολάβητο  ένα είναι  ο  John Doe». Το άτομο υπόκειται  , υπομονετικά ή ανυπόμονα, στον θεμελιακό εξαναγκασμό , σε αυτό το άτομο του περιορισμού  που περιλαμβάνει  και τον θάνατο. Αυτός ο εξαναγκασμός δεν αφορά κάποιον ο οποίος ανήκει στην κοινωνία αλλά σε κάποιον ο οποίος συμπεριλαμβάνεται στην κοινωνία. Το Κράτος είναι αδιάφορο στο «ανήκειν» αλλά συστηματικά ανησυχεί με το «συμπεριλαμβάνεσθαι». Το Κράτος επιμετρά και λαμβάνει υπ’ όψιν κάθε συνεπές υποσύνολο , για το καλό και κακό, γιατί είναι το ζήτημα της αντιπροσώπευσης. Από την άλλη , παρά τις διαμαρτυρίες και δηλώσεις , είναι εμφανές  ότι όσο αφορά τις ζωές των ανθρώπων , εννοουμένων ως σύνολα,  το Κράτος δεν ασχολείται με αυτά τα σύνολα. Αυτό είναι  ο απόλυτο  και αναπόφευκτο βάθος του χωρισμού του Κράτους. 
ΒΕ 107-108

Για την κατανόηση του αποσπάσματος μερικά στοιχειώδη από τη θεωρία συνόλων :

Τα στοιχεία ανήκουν στα σύνολα , ενώ τα υποσύνολα εμπεριέχονται σε αυτά.

Ο αριθμός των υποσυνόλων είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των στοιχείων σε κάθε σύνολο.

Το να επιμετρήσεις ένα αντικείμενο ως στοιχείο ή ως υποσύνολο είναι θεμελιώδης διαφορά τρόπου αντιμετώπισης , χειρισμού. (ΒΕ p83)

Αν το κράτος κατανοηθεί ως σύνολο το οποίο περιέχει τους πολίτες ως στοιχεία ( σχέση ανήκειν) ή ως μοναδιαία υποσύνολα singleton (σχέση συμπεριλαμβάνεσθαι) τότε η διαδικασία ψηφοφορίας είναι ένας χειρισμός ο οποίος ακριβώς εμποδίζει να αναδυθεί η δεδομένη ιδιότητα των συνόλων να δημιουργούνται περισσότερα υποσύνολα από τα στοιχεία. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία μέσω καθολικής γενικής ψηφοφορίας είναι η συστηματική «καθήλωση» , ο «εξαναγκασμός» των υποσυνόλων στην κατάσταση μοναδιαίου συνόλου Singleton.

Είναι πέραν μιας μικρής ανάρτησης να αναλυθεί ότι ο συστηματικός «αντι- αντιπροσωπευτισμός» του Badiou, είναι ελκυστικός από δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς αλλά δυστυχώς για αυτές η θεμελίωση του δεν είναι πολιτική ιδεολογική αλλά μαθηματική - λογική. Η ίδια μαθηματική λογική διάσταση εξοπλίζει τον ΑΒ για να είναι ριζικά αντίθετος στις γενικές εκλογές, την μαρξιστική πολιτική οικονομία κλπ.(*)

Το κράτος ,λοιπόν, δεν επιμετρά τους ψηφοφόρους ως στοιχεία  αλλά ως υποσύνολα με ένα στοιχείο. Δηλαδή ο ψηφοφόρος Κώστας δεν είναι ο Κώστας αλλά το υποσύνολο Κώστας με μοναδικό στοιχείο τον Κώστα.

Το σύγχρονο αντιπροσωπευτικό κράτος, λοιπόν, δεν θεμελιώνεται σε μια λογική κοινωνικού δεσμού την οποία εκφράζει αλλά σε μια λογική απαγόρευσης άλλων υποσυνόλων  την οποία απαγορεύει. Αν το κράτος δεν επιμετρήσει τους ψηφοφόρους ως πολίτες ψηφοφόρους , τότε επειδή αυτοί είναι υποσύνολα και όχι απλά στοιχεία, ως δυναμοσύνολο έχουν μεγαλύτερο πληθάριθμο από τον πληθάριθμο των στοιχείων.

Η κρατική ψηφοφορία ουσιαστικά δεν αντιπροσωπεύει αλλά ουσιαστικά περιορίζει τους  πιθανούς δεσμούς των ψηφοφόρων μεταξύ τους. Ο αριθμός των υποσυνόλων είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των στοιχείων.

Με την έννοια αυτή , και στεκούμενοι στο αυστηρό μαθηματικό λογικό επίπεδο η συνειδητή συμμετοχή σε ψηφοφορίες άλλων κομμάτων για οποιοδήποτε λόγο, συνιστά μαθηματικολογικά την δημιουργία υποσυνόλων την οποία το κράτος δεν επιθυμεί αλλά και αδυνατεί να ελέγξει

Αν η αποχή είναι, μαθηματικολογικά ,η συνειδητή «καθήλωση» του πολίτη στην μαθηματική μορφή «στοιχείο συνόλου» και όχι «υποσύνολο Singleton» που επιθυμεί το κράτος,  η συμμετοχή σε κομματικές ψηφοφορίες είτε ως άσκηση επιρροής , παράδειγμα Gauch Liberal, είτε ως  προβοκάτσια ,παράδειγμα Δημοκρατικοί Σαντόρουμ , αποτελεί μια άλλη «αντι αντιπροσωπευτική» στρατηγική. Από μαθηματικολογική άποψη είναι η αποδέσμευση από την θέση Singleton  και η δημιουργία ενός νέου συνόλου.Το σύνολο αυτό εμπεριέχει δύο στοιχεία : τον ψηφοφόρο Κώστα για εκλογές και τον ψηφοφόρο Κώστα για εκλογές του αντιπάλου.

Αν λοιπόν οποιοσδήποτε προσπαθεί θετικά ή αρνητικά, παραγωγικά ή προβοκατόρικα, από αίσθηση του κοινού «καλού» ή από χαβαλέ να επηρεάσει ψηφοφορίες άλλου κόμματος , τυπικά παραπλανά το κράτος, και μαθηματικά ασκεί το δικαίωμα του  να αποφύγει την κατάσταση Singleton.


(*) Αποτελεί  ολίγον εκ του πονηρού η παρατεταμένη αποσιώπηση της μαθηματικής λογικής ανάλυσης του έργου του ΑΒ, η οποία αποτελεί και το ισχυρό θεμέλιο της, γιατί αυτή ακριβώς αναδεικνύει το ριζοσπαστικό αντιοικονομισμό τον οποίο έχει ανάγκη η σημερινή συγκυρία.  

Συνδέσεις:

H gauche liberale "ψηφίζει" Valls

Οι δημοκρατικοί ψηφίζουν Santoroum

Εικόνα Georg Cantor (1845-1918) Ιδρυτής της Θεωρίας Συνόλων

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Αφελής συνολοθεωρία

Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο που εισάγει με σχετική ευκολία σε αρχαρίους με έφεση στα μαθηματικά, τα βασικά στοιχεία της θεωρίας συνόλων  είναι το

"Αφελής Συνολοθεωρία " του Paul Halmos
O μαθηματικός Γ.Κολέτσος το έχει μεταφράσει στα Ελληνικά

Τα τεσσερα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου εδώ

Στοιχεία για την Ελληνική Μετάφραση εδώ

Απλά μαθήματα Badioumathematics για αρχάριους και μη μαθηματικούς.Μάθημα δεύτερο

Η θεμελιώδης διάκριση του "ανήκω" και "εμπεριέχομαι"
Είδαμε στο προηγούμενο μάθημα πως είναι δυνατόν να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ως «συλλογές». Αυτό αφορά τα πάντα , δηλαδή ότι μπορεί να διανοηθούμε και να σκεφτούμε και να έχουμε ως εμπειρία.
Είδαμε και το παράδειγμα της συλλογής με στοιχεία Κώστας Ελένη Ανδρέας
Είδαμε και την μαγική ιδιότητα των συλλογών να έχουν πάντα και παντού τον αριθμό των στοιχείων μικρότερο από τον αριθμό των υποσυνόλων και τέλος σημειώσαμε ότι αυτή η διαφορά έχει μια βαθύτερη σημασία. Γιατί είναι άλλη η σχέση των στοιχείων με το σύνολο και άλλη η σχέση των υποσυνόλων με το σύνολο.
Τα στοιχεία «ανήκουν» σε σύνολα τα υποσύνολα «εμπεριέχονται»
Αυτήν την διαφορά του «να ανήκεις» και «να εμπεριέχεσαι» πρέπει να δούμε καλύτερα, γιατί η κατανόηση της, μας οδηγεί σύμφωνα με τα BMCS σε μερικά ενδιαφέροντα πολιτικά αποτελέσματα. Αλλά ταυτόχρονα είναι μια  θεμελιώδης διαφορά στην θεωρία των συνόλων.
Βέβαια στην γλώσσα της καθημερινότητας φαίνεται το να «ανήκω» κάπου και να «περιέχομαι» κάπου να είναι σχεδόν ταυτόσημα. Προσοχή όμως στα BMCS  έχουν θεμελιακή διαφορά, τόση όση η διαφορά πρόσθεσης αφαίρεσης , ή πολλαπλασιασμού διαίρεσης. Φαίνεται τόσο παράξενο αλλά νομίζω ότι θα το ξεκαθαρίσουμε με ένα απλό παράδειγμα.
Σήμερα το πρωί λοιπόν πάς στο σούπερ μάρκετ
Παίρνεις ένα καλάθι και το γεμίζεις με τρόφιμα. Κάθε φορά που βάζεις ένα τρόφιμο στο καλάθι το μετράς από μέσα σου, το θυμάσαι . Στο τέλος της διαδρομής έχει μια συλλογή από τρόφιμα. Το κάθε τρόφιμο ανήκει στην συλλογή αυτή.
 Όταν πας στο ταμείο τότε ο ταμίας παίρνει ένα ένα τρόφιμο ,ή δυο δύο, ανακατεμένα ανεξάρτητα από την σειρά που εσύ τα αγόρασες, και τα σκανάρει για να βγάλει τον λογαριασμό.
Τα τρόφιμα που είναι στοιχεία της συλλογής σου, που «ανήκουν»  στην συλλογή για τον ταμία είναι κάτι παραπάνω. Ο ταμίας διαχειρίζεται την ίδια συλλογή , την καταγράφει, την κωδικοποιεί με ένα άλλο τρόπο από ότι εσύ. Για τον ταμία , για την συγκεκριμένη δουλειά τα τρόφιμα είναι «περιεχόμενα» της συλλογής.
Δηλαδή «περιεχόμενο»  γίνεται ένα στοιχείο μιας συλλογής  όταν το διαχειριζόμαστε ως μονάδα, αφού βέβαια από πριν, το έχουμε καταστήσει μέλος της συλλογής.
 Όταν κάτι ανήκει σε μια συλλογή έχει ήδη μετρηθεί, αλλά όταν κάτι είναι περιεχόμενο μιας συλλογής γίνεται αντικείμενο μιας επιμέτρησης, μιας διαχείρισης της αρχικής μέτρησης.
Το περίεργο είναι ότι στα μάτια του ταμία, κατά την διάρκεια του σκαναρίσματος , δημιουργείται μια συλλογή με στοιχεία που «ανήκουν», δηλαδή γίνεται «η συλλογή των τροφίμων του πελάτη τάδε που σκανάρω τώρα» .Αυτό σημαίνει ότι κάθε συλλογή ανά πάσα στιγμή αποτελείται από στοιχεία και υποσύνολα, αλλά αυτό εξαρτάται από την διαδικασία που έχουμε.
Για να είναι κάπως καθαρό ας υποθέσουμε ότι να «ανήκεις» προηγείται του να είσαι «περιεχόμενο» χρονικά.
Στην καθημερινότητα όμως κυρίως διαχειριζόμαστε, επιμετρούμε, πράγματα ως περιεχόμενα συλλογών  και μόνο θεωρητικά σκεφτόμαστε για την έννοια του «ανήκω» που προηγείται. Ε οι αυστηροί μαθηματικοί της θεωρίας των συνόλων έχουν αποδεχθεί ένα αξίωμα, δηλαδή μια αναπόδεικτη αλήθεια που μας χρειάζεται για να φτιάξουμε το μαθηματικό οικοδόμημα, και το αξίωμα αυτό μας λέει. Ότι ευρίσκεται στην εμπειρία σου ως περιεχόμενο μιας συλλογής , αναγκαστικά «ανήκει» στην συλλογή.
Ας το δούμε με ένα άλλο παράδειγμα
Κοιτάς στο παράθυρο και βλέπεις όσα αυτοκίνητα περνάνε από μπροστά σου για πέντε λεπτά. Τότε σχηματίζεις την συλλογή «τα αυτοκίνητα που βλέπω στο διάστημα 9:55-10::00 πμ» Τα αυτοκίνητα αυτά «ανήκουν» στην συλλογή σου
Δεν ξέρεις όμως ότι στην γωνία του σπιτιού σου υπάρχει η τροχαία που ελέγχει αυτοκίνητα  ακριβώς την ίδια ώρα 9:55-10:00 .
Τα ίδια αυτοκίνητα που μέτραγες υφίστανται έλεγχο από την τροχαία.
Η τροχαία ελέγχοντας τα ίδια αυτοκίνητα κάνει και αυτή μια συλλογή αυτοκινήτων δηλαδή την συλλογή «αυτοκίνητα που ελέγχω μεταξύ 09:55-10:00» . Για την τροχαία τα αυτοκίνητα «ανήκουν»  στην συλλογή της, αλλά τα ίδια αυτοκίνητα πλέον είναι και «περιεχόμενα» της συλλογής σου τα οποία διαχειρίζεται και ελέγχει η τροχαία.
Με ένα μαγικό τρόπο τα ίδια αυτοκίνητα «ανήκουν» σε δύο διαφορετικές ίσες συλλογές,(την δική σου και της αστυνομίας)  αλλά αν  σκεφτούμε την αλληλουχία, η τροχαία ελέγχει «τα περιεχόμενα» της συλλογής σου, και αν υποθέσουμε ότι κόβει κλήσεις σε όλους τότε διαχειρίζεται και τα «περιεχόμενα» της δικής της συλλογής.
Η κατάταξη του να «ανήκεις» και να είσαι «περιεχόμενο» αλλάζει διαρκώς για τα ίδια πράγματα, αλλά το να είσαι «περιεχόμενο» προϋποθέτει ότι «ανήκεις» και όταν κάποιος διαχειρίζεται επιμετρά στοιχεία συλλογών τότε μιλάμε για «περιεχόμενο»
Αν αυτό είναι καθαρό τότε μπορούμε να μιλήσουμε για μια ευρεσιτεχνία του ΑΒ. Ο τύπος αρχίζει να σκέφτεται για την κοινωνία και την πολιτική όχι όπως ένας τυπικός φιλόσοφος, αλλά χρησιμοποιώντας το περίεργο αλλά τελικά σαφές (ελπίζω…) κριτήριο του «να ανήκω» ή του «να είμαι περιεχόμενο»
Αλλά αυτά στο επόμενο μάθημα BMCS.  

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Peter Hallward : Badiou a subject of Thruth.Τα κεφαλαια 13,14 και Appendix

Στο θεμελιακό βιβλίο του Peter Hallward "Badiou a subjetc to Truth" υπάρχει η πιο εκτεταμένη παρουσίαση των μαθηματικών του ΑΒ.
Το Google Books επιλέγει να δημοσιοποιεί τα λιγότερο "ελκυστικά" αποσπάσματα, και αυτή η τακτική προσέφερα κατι ενδιαφέρον
Από όλο το βιβλίο επέλεξαν να δημιοσιεύσουν αυτούσια τα κεφάλια 13 14 και Appendix που είναι η "ουσία" των Badioumathematics
Η θεωρία συνόλων, η θεωρία κατηγοριών, η αξία των generics του Cohen, παρουσιάζονται απλά και κατανοητά.

Ολο το απόσπασμα εδώ

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Set Theory from Stanford Encyclopedia of Philosophy

Η συνδεση εδω το κείμενο ακολουθει

Set Theory

First published Thu Jul 11, 2002
Set Theory is the mathematical science of the infinite. It studies properties of sets, abstract objects that pervade the whole of modern mathematics. The language of set theory, in its simplicity, is sufficiently universal to formalize all mathematical concepts and thus set theory, along with Predicate Calculus, constitutes the true Foundations of Mathematics. As a mathematical theory, Set Theory possesses a rich internal structure, and its methods serve as a powerful tool for applications in many other fields of Mathematics. Set Theory, with its emphasis on consistency and independence proofs, provides a gauge for measuring the consistency strength of various mathematical statements. There are four main directions of current research in set theory, all intertwined and all aiming at the ultimate goal of the theory: to describe the structure of the mathematical universe. They are: inner models, independence proofs, large cardinals, and descriptive set theory. See the relevant sections in what follows.

1. The Essence of Set Theory

The objects of study of Set Theory are sets. As sets are fundamental objects that can be used to define all other concepts in mathematics, they are not defined in terms of more fundamental concepts. Rather, sets are introduced either informally, and are understood as something self-evident, or, as is now standard in modern mathematics, axiomatically, and their properties are postulated by the appropriate formal axioms.
The language of set theory is based on a single fundamental relation, called membership. We say that A is a member of B (in symbols AB), or that the set B contains A as its element. The understanding is that a set is determined by its elements; in other words, two sets are deemed equal if they have exactly the same elements. In practice, one considers sets of numbers, sets of points, sets of functions, sets of some other sets and so on. In theory, it is not necessary to distinguish between objects that are members and objects that contain members -- the only objects one needs for the theory are sets. See the supplement
Basic Set Theory
for further discussion.
Using the membership relation one can derive other concepts usually associated with sets, such as unions and intersections of sets. For example, a set C is the union of two sets A and B if its members are exactly those objects that are either members of A or members of B. The set C is uniquely determined, because we have specified what its elements are. There are more complicated operations on sets that can be defined in the language of set theory (i.e. using only the relation ∈), and we shall not concern ourselves with those. Let us mention another operation: the (unordered) pair {A,B} has as its elements exactly the sets Aand B. (If it happens that A=B, then the “pair” has exactly one member, and is called a singleton {A}.) By combining the operations of union and pairing, one can produce from any finite list of sets the set that contains these sets as members: {A,B,C,D,...,K,L,M}. We also mention the empty set, the set that has no elements. (The empty set is uniquely determined by this property, as it is the only set that has no elements - this is a consequence of the understanding that sets are determined by their elements.)
When dealing with sets informally, such operations on sets are self-evident; with the axiomatic approach, it is postulated that such operations can be applied: for instance, one postulates that for any sets A and B, the set {A,B} exists. In order to endow set theory with sufficient expressive power one needs to postulate more general construction principles than those alluded to above. The guiding principle is that any objects that can be singled out by means of the language can be collected into a set. For instance, it is desirable to have the “set of all integers that are divisible by number 3,” the “set of all straight lines in the Euclidean plane that are parallel to a given line”, the “set of all continuous real functions of two real variables” etc. Thus one is tempted to postulate that given any property P, there exists a set whose members are exactly all the sets that have property P. As we shall see below, such an assumption is logically inconsistent, and the accepted construction principles are somewhat weaker than such a postulate.
One of the basic principles of set theory is the existence of an infinite set. The concept can be formulated precisely in the language of set theory, using only the membership relation, and the definition captures the accepted meaning of “infinite”. See the supplement on
Basic Set Theory
for further discussion. Using the basic construction principles, and assuming the existence of infinite sets, one can define numbers, including integers, real numbers and complex numbers, as well as functions, functionals, geometric and topological concepts, and all objects studied in mathematics. In this sense, set theory serves as Foundations of Mathematics. The significance of this is that all questions of provability (or unprovability) of mathematical statements can be in principle reduced to formal questions of formal derivability from the generally accepted axioms of Set Theory.
While the fact that all of mathematics can be reduced to a formal system of set theory is significant, it would hardly be a justification for the study of set theory. It is the internal structure of the theory that makes it worthwhile, and it turns out that this internal structure is enormously complex and interesting. Moreover, the study of this structure leads to significant questions about the nature of the mathematical universe.
The fundamental concept in the theory of infinite sets is the cardinality of a set. Two sets A and B have the same cardinality if there exists a mapping from the set A onto the set B which is one-to-one, that is, it assigns each element of A exactly one element of B. It is clear that when two sets are finite, then they have the same cardinality if and only if they have the same number of elements. One can extend the concept of the “number of elements” to arbitrary, even infinite, sets. It is not apparent at first that there might be infinite sets of different cardinalities, but once this becomes clear, it follows quickly that the structure so described is rich indeed.

2. Origins of Set Theory

The birth of Set Theory dates to 1873 when Georg Cantor proved the uncountability of the real line. (One could even argue that the exact birthdate is December 7, 1873, the date of Cantor's letter to Dedekind informing him of his discovery.) Until then, no one envisioned the possibility that infinities come in different sizes, and moreover, mathematicians had no use for “actual infinity.” The arguments using infinity, including the Differential Calculus of Newton and Leibniz, do not require the use of infinite sets, and infinity appears only as “a manner of speaking”, to paraphrase Friedrich Gauss. The fact that the set of all positive integers has a proper subset, like the set of squares {1, 4, 9, 16, 25,...} of the same cardinality (using modern terminology) was considered somewhat paradoxical (this had been discussed at length by Galileo among others). Such apparent paradoxes prevented Bernhard Bolzano in 1840s from developing set theory, even though some of his ideas are precursors of Cantor's work. (It should be mentioned that Bolzano, an accomplished mathematician himself, coined the word Menge (= set) that Cantor used for objects of his theory.)
Motivation for Cantor's discovery of Set Theory came from his work on Fourier series (which led him to introduce ordinal numbers) and on trancendental numbers. Real numbers that are solutions of polynomial equations with integer coefficients are called algebraic, and the search was on for numbers that are not algebraic. A handful of these, called transcendental numbers, was discovered around that time, and a question arose how rare such numbers are. What Cantor did was to settle this question in an unexpected way, showing in one fell swoop that transcendental numbers are plentiful indeed. His famous proof went as follows: Let us call an infinite set A countable, if its elements can be enumerated; in other words, arranged in a sequence indexed by positive integers: a(1), a(2), a(3), … , a(n), … . Cantor observed that many infinite sets of numbers are countable: the set of all integers, the set of all rational numbers, and also the set of all algebraic numbers. Then he gave his ingeneous diagonal argument that proves, by contradiction, that the set of all real numbers is not countable. A consequence of this is that there exists a multitude of transcendental numbers, even though the proof, by contradiction, does not produce a single specific example. See the supplement on
Basic Set Theory
for further discussion.
Cantor's discovery of uncountable sets led him to the subsequent development of ordinal and cardinal numbers, with their underlying order and arithmetic, as well as to a plethora of fundamental questions that begged to be answered (such as the Continuum Hypothesis). After Cantor, mathematics has never been the same.

3. The Continuum Hypothesis

As the Continuum Hypothesis has been the most famous problem in Set Theory, let me explain what it says. The smallest infinite cardinal is the cardinality of a countable set. The set of all integers is countable, and so is the set of all rational numbers. On the other hand, the set of all real numbers is uncountable, and its cardinal is greater than the least infinite cardinal. A natural question arises: is this cardinal (the continuum) the very next cardinal. In other words, is it the case that there are no cardinals between the countable and the continuum? As Cantor was unable to find any set of real numbers whose cardinal lies strictly between the countable and the continuum, he conjectured that the continuum is the next cardinal: the Continuum Hypothesis. Cantor himself spent most of the rest of his life trying to prove the Continuum Hypothesis and many other mathematicians have tried too. One of these was David Hilbert, the leading mathematician of the last decades of the 19th century. At the World Congress of Mathematicians in Paris in 1900 Hilbert presented a list of major unsolved problems of the time, and the Continuum Hypothesis was the very first problem on Hilbert's list.
Despite the effort of a number of mathematicians, the problem remained unsolved until 1963, and it can be argued that in some sense the problem is still unsolved. See Section 7 on Independence Proofs.

4. Axiomatic Set Theory

In the years following Cantor's discoveries, development of Set Theory proceeded with no particular concern about how exactly sets should be defined. Cantor's informal “definition” was sufficient for proofs in the new theory, and the understanding was that the theory can be formalized by rephrasing the informal definition as a system of axioms. In the early 1900s it became clear that one has to state precisely what basic assumptions are made in Set Theory; in other words, the need has arisen to axiomatize Set Theory. This was done by Ernst Zermelo, and the immediate reasons for his axioms were twofold. The first one was the discovery of a paradox in Set Theory. This paradox is referred to as Russell's Paradox. Consider the “set” S of all sets that are not an element of itself. If one accepts the principle that all such sets can be collected into a set, then S should be a set. It is easy to see however that this leads to a contradiction (is the set S an element of itself?)
Russell's Paradox can be avoided by a careful choice of construction principles, so that one has the expressive power needed for usual mathematical arguments while preventing the existence of paradoxical sets. See the supplement on
Zermelo-Fraenkel Set Theory
for further discussion. The price one has to pay for avoiding inconsistency is that some “sets” do not exist. For instance, there exists no “universal” set (the set of all sets), no set of all cardinal numbers, etc.
The other reason for axioms was more subtle. In the course of development of Cantor's theory of cardinal and ordinal numbers a question was raised whether every set can be provided with a certain structure, called well-ordering of the set. Zermelo proved that indeed every set can be well-ordered, but only after he introduced a new axiom that did not seem to follow from the other, more self-evident, principles. His Axiom of Choice has become a standard tool of modern mathematics, but not without numerous objections of some mathematicians and discussions in both mathematical and philosophical literature. The history of the Axiom of Choice bears strong resemblance to that of the other notorious axiom, Euclid's Fifth Postulate.

5. The Axiom of Choice

The Axiom of Choice states that for every set of mutually disjoint nonempty sets there exists a set that has exactly one member common with each of these sets. For instance, let S be a set whose members are mutually disjoint finite sets of real numbers. We can choose in each XS the smallest number, and thus form a set that has exactly one member in common with each XS. What is not self-evident is whether we can make a choice every time, simultaneously for infinitely many sets X, regardless what these abstract sets are. The Axiom of Choice, which postulates the existence of a certain set (the choice set) without giving specific instructions how to construct such a set, is of different nature than the other axioms, which all formulate certain construction principles for sets. It was this nonconstructive nature of the Axiom of Choice that fed the controversy for years to come.
An interesting application of the Axiom of Choice is the Banach-Tarski Paradox that states that the unit ball can be partitioned into a finite number of disjoint sets which then can be rearranged to form two unit balls. This is of course a paradox only when we insist on visualizing abstract sets as something that exists in the physical world. The sets used in the Banach-Tarski Paradox are not physical objects, even though they do exist in the sense that their existence is proved from the axioms of mathematics (including the Axiom of Choice).
The legitimate question is whether the Axiom of Choice is consistent, that is whether it cannot be refuted from the other axioms. (Notice the similarity with the non Euclidean geometry.) This question was answered by Gödel, and eventually the role of the Axiom of Choice has been completely clarified. See Section 7 on Independence Proofs.

6. Inner Models

In the 1930s, Gödel stunned the mathematical world by discovering that mathematics is incomplete. His Incompleteness Theorem states that every axiomatic system that purports to describe mathematics as we know it must be incomplete, in the sense that one can find a true statement expressible in the system that cannot be formally proved from the axioms. In view of this result one must consider the possibility that a mathematical conjecture that resists a proof might be an example of such an unprovable statement, and Gödel immediately embarked on the project of showing that the Continuum Hypothesis might be undecidable in the axiomatic set theory.
Several years after proving the Incompleteness Theorem, Gödel proved another groundbreaking result: he showed that both the Axiom of Choice and the Continuum Hypothesis are consistent with the axioms of set theory, that is that neither can be refuted by using those axioms. This he achieved by discovering a model of set theory in which both the Axiom of Choice and the Continuum Hypothesis are true.
Gödel's model L of “constructible sets” has since served as a blueprint for building so-called inner models. These models form a hierarchy, corresponding to the hierarchy of large cardinals (see Section 8), and provide a glimpse into the as yet hidden structure of the mathematical universe. The advances in Inner Model Theory that have been made in the recent past owe much to the work of Ronald Jensen who introduced the study of the fine structure of constructible sets.

7. Independence Proofs

In 1963, Paul Cohen proved independence of the Axiom of Choice and of the Continuum Hypothesis. This he did by applying the method of forcing that he invented and constructing first a model of set theory (with the axiom of choice) in which the Continuum Hypothesis fails, and then a model of set theory in which the Axiom of Choice fails. Together with Gödel's models, these models show that the Axiom of Choice can neither be proved nor refuted from the other axioms, and that the Continuum Hypothesis can neither be proved nor refuted from the axioms of set theory (including the Axiom of Choice).
Cohen's method proved extremely fruitful and led first to the solution of a number of outstanding problems (Suslin's Problem, the Lebesgue measurability Problem, Borel's Conjecture, Kaplansky's Conjecture, Whitehead's Problem and so on) and soon has become one of the cornerstones of modern set theory. The technique of forcing has to date been applied by hundreds of authors of numerous articles and has enormously advanced our knowledge of Foundations of Mathematics. Along with the theory of large cardinals it is used to gauge the consistency strength of mathematical statements.

8. Large Cardinals

In 1930, while working on the Measure Problem, Stanislaw Ulam discovered an important phenomenon: Assuming that a certain mathematical statement about “small sets” (such as sets of real numbers) is true, one can prove the existence of sets of enormous size (inaccessible). This phenomenon has become more apparent after Dana Scott's celebrated result (1961) that measurable cardinals do not exist in L. Suddenly, large cardinals such as inaccessible, measurable, supercompact etc. have become the main focus of attention of set theorists. What emerged is a hierarchy of properties of infinite sets, the Large Cardinal Theory, that appears to be the basis for the structure of the set theoretical universe. Large cardinal axioms (also referred to as axioms of strong infinity) form a hierarchy whereby a stronger axiom not only implies a weaker axiom but also proves its consistency. To date there are scores of examples of mathematical statements whose consistency strength can be precisely calculated in terms of the hierarchy of large cardinals. (For instance, a negative solution of the Singular Cardinal Problem corresponds to a large cardinal axiom between measurabily and supercompactness.)
Since the pioneering work of Ronald Jensen, Large Cardinal Theory has been closely tied with Inner Model Theory. It turns out that for each large cardinal axiom at lower levels of the hierarchy one can find an appropriate inner model. These inner models shed additional light on the structure of the universe by employing methods of Descriptive Set Theory.

9. Descriptive Set Theory

Descriptive Set Theory traces its origins to the theory of integration by Henri Lebesgue at the beginning of 20th century. Investigations into Borel sets of real numbers led to the theory of projective sets, and more generally, the theory of definable sets of real numbers. Following Gödel's work, it became apparent that many natural questions in Descriptive Set Theory are undecidable in axiomatic set theory. This was further confirmed by a proliferation of independence results following Cohen's invention of the forcing method.
Modern Descriptive Set Theory revolves mostly around the powerful method using infinite games. The branch of Descriptive Set Theory known as Determinateness, developed by D. A. Martin, Robert Solovay and others, brought together methods of, among others, Recursion Theory and Large Cardinal Theory and has been very successful in describing the structure of definable sets. More importantly, Descriptive Set Theory provides strong evidence for the large cardinal axioms.

Bibliography

  • Cantor, G., 1932, Gesammelte Abhandlungen, Berlin: Springer-Verlag.
  • Ulam, S., 1930, ‘Zur Masstheorie in der allgemeinen Mengenlehre’, Fund. Math., 16, 140-150.
  • Gödel, K., 1940, ‘The consistency of the axiom of choice and the generalized continuum hypothesis’, Ann. Math. Studies, 3.
  • Scott, D., 1961, ‘Measurable cardinals and constructible sets’, Bull. Acad. Pol. Sci., 9, 521-524.
  • Cohen, P., 1966, Set theory and the continuum hypothesis, New York: Benjamin.
  • Jensen, R., 1972, ‘The fine structure of the constructible hierarchy’, Ann. Math. Logic, 4, 229-308.
  • Martin, D. and Steel, J., 1989, ‘A proof of projective determinacy’, J. Amer. Math. Soc., 2, 71-125.
  • Hrbacek, K. and Jech, T., 1999, Introduction to Set Theory, New York: Marcel Dekker, Inc.

Other Internet Resources

[Please contact the author with suggestions.]

Τα σύμβολα της θεωρίας συνόλων

Set Theory Symbols

List of set symbols of set theory and probability.

Table of set theory symbols


SymbolSymbol NameMeaning / definitionExample
{ }seta collection of elementsA={3,7,9,14}, B={9,14,28}
A Bintersectionobjects that belong to set A and set BA B = {9,14}
A Bunionobjects that belong to set A or set BA B = {3,7,9,14,28}
A Bsubsetsubset has less elements or equal to the set{9,14,28}{9,14,28}
A Bproper subset / strict subsetsubset has less elements than the set{9,14}{9,14,28}
A Bnot subsetleft set not a subset of right set{9,66}{9,14,28}
A Bsupersetset A has more elements or equal to the set B{9,14,28}{9,14,28}
A Bproper superset / strict supersetset A has more elements than set B{9,14,28}{9,14}
A Bnot supersetset A is not a superset of set B{9,14,28}{9,66}
2Apower setall subsets of A
Ƥ (A)power setall subsets of A
A = Bequalityboth sets have the same membersA={3,9,14}, B={3,9,14}, A=B
Accomplementall the objects that do not belong to set A
A \ Brelative complementobjects that belong to A and not to BA={3,9,14},     B={1,2,3}, A-B={9,14}
A - Brelative complementobjects that belong to A and not to BA={3,9,14},     B={1,2,3}, A-B={9,14}
A ∆ Bsymmetric differenceobjects that belong to A or B but not to their intersectionA={3,9,14},     B={1,2,3}, A ∆ B={1,2,9,14}
A Bsymmetric differenceobjects that belong to A or B but not to their intersectionA={3,9,14},     B={1,2,3}, A B={1,2,9,14}
aAelement ofset membershipA={3,9,14}, 3 A
xAnot element ofno set membershipA={3,9,14}, 1 A
(a,b)ordered paircollection of 2 elements
A×Bcartesian productset of all ordered pairs from A and B
|A|cardinalitythe number of elements of set AA={3,9,14}, |A|=3
#Acardinalitythe number of elements of set AA={3,9,14}, #A=3
אalephinfinite cardinality
Øempty setØ = { }C = {Ø}
Uuniversal setset of all possible values
natural numbers set= {1,2,3,4,...}6 ∈ ℕ
integer numbers set= {...-3,-2,-1,0,1,2,3,...}-6 ∈ ℤ
rational numbers set= {x | x=a/b, a,b∈ℕ}2/6 ∈ ℚ
real numbers set= {x | -∞ < x <∞}6.343434 ∈ ℝ
complex numbers set= {z | z=a+bi, -∞<a<∞,      -∞<b<∞}6+2i ∈ ℂ


Statistical symbols